Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟΥΣ, ΣΤΟΥΣ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΥΣ!

Η κοινωνική ιστορία της ελληνικής νεολαίας, από το ροκ εν ρολ και τους γιεγιέδες, έως την ψυχεδελική Αριστερά του ΄70 και τη σημερινή «αστάθμητη νεολαία»

Από το 1960 και έπειτα, το άγνωστο μέγεθος που ονομάζεται «νεολαία» παρουσιάζει μια δυναμικήπου εκφράζεται μέσα από την πολιτική της αγωνία και τη ροκ κουλτούρα αλλά προκαλεί ηθικό πανικό

Παπανικολάου Δημήτρης

Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ΄60 ΔΕΝ ΕΦΕΡΕ ΑΠΛΩΣ ΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗΣ, ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ, ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΠΛΕΟΝ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΕΟΛΑΙΑ, ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΔΡΑΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗ

«Eκείνο το οποίον χαρακτηρίζει την εποχήν μας είναι αναμφισβητήτως η προβολή, η ανάδυσις μιας νέας κοινωνικής ομάδος, η εμφάνισις μιας νέας τάξεως: της νεολαίας». Αυτά γράφει ο συντηρητικός Ελεύθερος Κόσμος στις 12 Απριλίου 1967, σε ένα κείμενο όπου μεταξύ άλλων αναλύεται και η παγκόσμια επιρροή του ροκ. Μέρες Απριλίου του 1967 και η Αθήνα περιμένει τους Ρόλινγκ Στόουνς για μια συναυλία. Εξού και οι αναλύσεις, ο συντηρητικός ηθοπανικός, αλλά και το εμπορεύσιμο εσάνς επαναστατικότητας. Το δελτίο Τύπου που προωθεί τη συναυλία εξηγεί: «Σ΄ έναν κόσμο που συνέχεια κινείται και αλλάζει, οι Στόουνς προσπαθούν να προσαρμόσουν την μουσική τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις μιας επαναστατημένης νεολαίας».
Οι Στόουνς έρχονται τελικά στις 16 Απριλίου, μένουν στο Χίλτον (και, αναμενόμενα, καταστρέφουν τις σουίτες τους), και την επομένη, 17 Απριλίου, βρίσκονται στο στάδιο του Παναθηναϊκού, μπροστά σε ενθουσιώδες κοινό. Περιγράφει η Απογευματινή: «Οι γιεγιέδες της Αθήνας σε συναγερμό. Τα περισσότερα από τα ζωηρά αυτά δεκαεννιάχρονα παιδιά ήσαν ντυμένα ποικιλόχρωμα, φανταχτερά, με πλούσια μαλλιά και φαβορίτες». Η συναυλία, όπως είναι γνωστό, θα διακοπεί άδοξα έπειτα από τέσσερα τραγούδια, όταν ο μάνατζερ του συγκροτήματος αρχίζει να πετάει κόκκινα γαρίφαλα στο κοινό, η αστυνομία επεμβαίνει θεωρώντας ότι η κίνηση είχε πολιτικό μήνυμα και ο αστυνομικός διευθυντής διατάζει να κλείσουν τα φώτα «για να αναγκαστούν οι γιεγιέδες να αποχωρήσουν». Τρεις νύχτες μετά, τα τανκς θα βγουν στους δρόμους για το απριλιανό πραξικόπημα. Πραξικόπημα ξεπραξικόπημα, βεβαίως, οι συντηρητικές εφημερίδες θα συνεχίσουν σκανδαλισμένες να θυμούνται τα έκτροπα... των Στόουνς. Ακόμα και στις 29 Απριλίου το Εμπρός θα δημοσιεύει αναλυτικά ρεπορτάζ για τη συμπεριφορά του συγκροτήματος στο ξενοδοχείο Χίλτον- «οι μαλλούρες Στόουνς», γράφει, «έπαιρναν τα κολλαριστά σεντόνια του ξενοδοχείου και καθάριζαν τα παπούτσια τους, έφτυναν στα ακριβά χαλιά του Χίλτον τις τσίχλες τους και... άλλα τινά, και στο τέλος σηκώθηκαν να φύγουν χωρίς να πληρώσουν». Εν τω μεταξύ, η «επανάστασις» θα έχει φροντίσει να ηρεμήσει όσους αγωνιούν για το ήθος της νεολαίας. Στις 25 Απριλίου ο Παττακός δημοσιεύει τα γνωστά «μέτρα για τη νεολαία», που επιμένουν στην καθαριότητα, το κούρεμα, την κοσμιότητα της εμφάνισης και τον τακτικό εκκλησιασμό, καταλήγοντας στην αμίμητη δήλωση: «Οι “Μπητλς”, “τηνέιτζερς” και “Μπήτνικς”, τα ξένα αυτά φρούτα των τεντυμπόυδων, δεν έχουν θέση πλέον εις την Ελλάδα».
Ασφαλώς, η σχέση του πραξικοπήματος με τη συναυλία των Στόουνς δεν είναι παρά μια φαντασμαγορική σύμπτωση. Εν τούτοις, όπως δείχνουν πολλές νέες μελέτες, η νεανική κουλτούρα (με αιχμή τη μουσική), η ξεκάθαρη διαμόρφωση της κατηγορίας «νεολαία» στη δεκαετία του ΄60 και οι πολιτικές συγκυρίες της εποχής διαπλέκονται πολύ περισσότερο από όσο πιστεύαμε έως τώρα. Την πολυσήμαντη αυτή σχέση συνειδητοποιεί και ο αναγνώστης του πολύ καλού βιβλίου του Γιώργου Κατσάπη Ήχοι και Απόηχοι:Κοινωνική Ιστορία του Ροκ εν Ρολ φαινομένου στην Ελλάδα,1956-1967. Ο Κατσάπης ξεκινά να πει τη διεθνή και τοπική ιστορία του ροκ εν ρολ (την ίδια ιστορία, μέσες άκρες, που λέει και το λιγότερο εύστοχο Ροκ παγκοσμιότητα και ελληνική τοπικότητα του Νίκου Μποζίνη).
Από το 1956, όταν προβάλλεται στην Ελλάδα Η ζούγκλα του μαυροπίνακα, η συζήτηση για την καινούργια μουσική, τον χορό, αλλά και τους νέους που τα καταναλώνουν, γίνεται τόσο έντονη ώστε από ένα σημείο και μετά λιγότερο να περιγράφει και περισσότερο να προσδιορίζει τη νεολαία ως αυτονομημένη και οιονεί απείθαρχη, επαναστατική κατηγορία πληθυσμού. Η νεολαία δεν μπορεί να νοηθεί αν δεν δει κανείς αυτόν τον διάλογο: Από τη μια, αυτοί που προσπαθούν να τη χειραγωγήσουν, να την περιγράψουν, να την εκμεταλλευτούν. Και από την άλλη, οι νέοι που προσπαθούν να εκφραστούν- συχνά όχι σε αντίθεση, αλλά χρησιμοποιώντας και υπερβαίνοντας τους όρους που τους δίνουν όσοι θέλουν να τους χειραγωγήσουν.
Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Κατσάπη είναι ότι τελικά χρησιμοποιεί το ροκ εν ρολ ως πλαίσιο για να γράψει ουσιαστικά την κοινωνική ιστορία της κατηγορίας «νεολαία» στην Ελλάδα του ΄60. Πρόκειται για πολύ εύστοχο χειρισμό, που επιτρέπει στο βιβλίο να ξεπεράσει αγκυλώσεις (όπως η ιδέα ότι το ροκ είναι από τη φύση του επαναστατικό, ή ότι η νεολαία είναι πάντα προοδευτική) και να κοιτάξει ιστορικές συσχετίσεις. Στο βιβλίο αυτό βλέπει κανείς ξεκάθαρα πώς μαζί με μια «ροκ εν ρολ κουλτούρα» που έρχεται στην Ελλάδα από το εξωτερικό μετά τη δεκαετία του ΄50, συνεκφέρεται μία σειρά από τοπικούς φόβους και ελπίδες για την κοινωνία, την πολιτική και το μέλλον. Καθώς δημιουργείται μια δυναμική, αρχίζει και ο κοινωνικά συντηρητικός φόβος γι΄ αυτό το άγνωστο μέγεθος που ονομάζεται νεολαία. Ηθικός πανικός από τη μια, πολιτική αγωνία από την άλλη.
Όσο οι συντηρητικές εφημερίδες φοβούνται για την «ηθική κατάπτωση» των νέων και την «κοινωνική συνοχή» τόσο η Αριστερά, διά της ΕΔΑ, προσπαθεί αγωνιωδώς να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Στην αρχή προσπαθεί να οριοθετήσει μια δική της άποψη για τη νεανική κουλτούρα· χρησιμοποιεί μεν τη δυναμική της νεολαίας ως ξεκάθαρης κατηγορίας (και έτσι στηρίζει την περαιτέρω ανάπτυξη της Νεολαίας Λαμπράκη), καταδικάζει όμως «τους γιεγιέδες» και την αμερικανική καπιταλιστική κουλτούρα.

Η Αριστερά

Οι Λαμπράκηδες μπορεί να έχουν ως σχήμα έκφρασης τη νεολαία και ως όχημα τον πολιτισμό, ο επίσημος λόγος τους όμως καταδικάζει ως αντιδραστικό μεγάλο μέρος της νεανικής κουλτούρας. «Ο τύπος με τα μαύρα γυαλιά, το σφιχτό στόμα, τον σηκωμένο γιακά, τα χέρια στις τσέπες, ο παρακρατικός, το τεντυ-μπόυ, το “ίνδαλμα” που πλασάριζαν στους νέους, άρχισε να σβήνει, να περιφρονείται», γράφει ένα άρθρο στο περιοδικό Η Γενιά μας. Το αστείο είναι ότι την ίδια εποχή η Δεξιά συμπλέκει τη φοβία για τη νεανική κουλτούρα με τη φοβία για την άνοδο της Αριστεράς. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος καταγγέλλει επίσημα στη Βουλή ότι ελευθεριάζουσες Λαμπράκισσες ξελογιάζουν εθνικόφρονες γιους στρατιωτικών. Και η αστυνομία χρησιμοποιεί τον περιβόητο Νόμο 4.000 (περί τεντιμποϊσμού) για να συλλάβει Λαμπράκηδες.

Πηγή: https://www.tanea.gr/