
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών…
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.













