Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ: ΑΠΕΒΙΩΣΕ ΤΗΝ 24η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821!

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ένας από τους Έλληνες πρωταγωνιστές ήρωες – οπλαρχηγούς του πρώτου έτους της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Σήμερα, 24 Απριλίου 2022, εορτάζουμε την ημέρα της αναστάσεως του Θεανθρώπου, ενώ ακριβώς 201χρόνια πριν, ο Διάκος έχανε την ζωή του, υπερασπιζόμενος την πατρίδα και την πίστη του…
Γεννήθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 1788 και απεβίωσε στις 24 Απριλίου του 1821, σε ηλικία 33 ετών στην Λαμία. Εικάζεται πως το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός ή Μασσαβέτας, ενώ το Διάκος του αποδίδεται ως ψευδώνυμο. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και λόγω της ιδιοσυγκρασίας του και της αφοσίωσής του στην χριστιανική πίστη, έγινε πολύ γρήγορα διάκος.


Ακολουθεί το γνωστό δημοτικό τραγούδι της ελληνικής λαϊκής παραδόσεως, στο οποίο υμνείται η λεβεντιά του, τα κατορθώματά του, καθώς και ο ηρωϊκός αλλά και βασανιστικός θάνατος του.

Του Διάκου

(24 Απριλίου 1821)

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα,
το να τηράει τη Λιβαδιά και τ’ άλλο το Ζιτούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει:
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
– Νούδ’ ο Καλύβας έρχεται, νούδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες».

Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη.
Ψιλή φωνή νεσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια».

Παίρνουνε τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθητε,
σταθήτε αντρεία σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθήτε».

Ψιλή βροχούλα νέπιασε κ’ ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα.
Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι’ ανάψαν τα τουφέκια,
κι’ ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει,
’ξήντα ταμπούρια χάλασε κ’ εφτά μπουλουκμπασίδες.
Και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

Κι’ ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
«Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ άλλαξης,
να προσκυνήσης στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;»
Κ’ εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
«Πάτε και σεις κ’ η πίστη σας, μουρτάτες, να χαθήτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ό Θανάσης Βάγιας».
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλ μπεης αφρίζει και φωνάζει:
«Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι’ όλο μας το ντοβλέτι».

Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι’ αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
«Σκυλιά κι’ α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν’ ο Όδυσσεύς καλά κι’ ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το ντοβλέτι”.

Πηγή: Ν.Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Βαγιονάκη, Αθήνα 1969

 Νίκος Κυριακάκης

Πηγή: https://primenews.press/