Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

ΟΤΑΝ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΥΝΗΘΙΖΕΙ ΝΑ ΧΑΝΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ!


Γράφει η Χρύσα Παππά
Δημοσιογράφος

Μαρούσι. Οδός Κρυστάλλη. Παρασκευή απόγευμα. Ένα κορίτσι 16 ετών χάνει τη ζωή του μέσα στο σπίτι του. Μια οικογένεια βυθίζεται στο πένθος. Και μια κοινωνία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεράσει: τι συμβαίνει στα παιδιά μας;

Κάθε τέτοια είδηση είναι μια γροθιά στο στομάχι. Όχι μόνο για την τραγική απώλεια μιας νέας ζωής, αλλά και γιατί μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα μια πραγματικότητα που συχνά προτιμούμε να αγνοούμε.

Δεν γνωρίζουμε τι οδήγησε ένα παιδί σε αυτή την τραγική κατάληξη. Δεν δικαιούμαστε να επινοούμε αιτίες, να αποδίδουμε ευθύνες χωρίς στοιχεία ή να μετατρέπουμε τον θάνατό του σε εύκολο συμπέρασμα. Έχουμε, όμως, υποχρέωση να αναρωτηθούμε γιατί η ψυχική οδύνη των νέων ανθρώπων εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που απαιτεί.

Πίσω από την εικόνα μιας κοινωνίας που προβάλλει την ευημερία, υπάρχει μια γενιά που συχνά δυσκολεύεται να βρει χώρο να αναπνεύσει.

Παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στην πίεση της επίδοσης, της σύγκρισης, της αποδοχής, της ανάγκης να είναι αρεστά. Που εκτίθενται καθημερινά στην αμείλικτη κριτική των κοινωνικών δικτύων, στον εκφοβισμό, στην απόρριψη και σε πρότυπα που απαιτούν να είναι διαρκώς δυνατά, επιτυχημένα και χαμογελαστά. Παιδιά που μπορεί να γελούν μπροστά στους άλλους και να υποφέρουν όταν μένουν μόνα.

Και εμείς, οι ενήλικες, πόσο πραγματικά τα ακούμε;

Πόσες φορές βαφτίζουμε την αγωνία τους «υπερβολή», τη θλίψη τους «εφηβεία» και τη σιωπή τους «μια φάση που θα περάσει»; Πόσες φορές θεωρούμε ότι, επειδή ένα παιδί έχει σπίτι, φαγητό, σχολείο και ένα κινητό τελευταίας τεχνολογίας, έχει αυτομάτως όλα όσα χρειάζεται για να είναι καλά;

Η παρουσία δεν είναι απλώς να βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο. Είναι να αντιλαμβάνεσαι πότε κάτι αλλάζει. Να ακούς χωρίς να ειρωνεύεσαι. Να ρωτάς χωρίς να ανακρίνεις. Να παίρνεις στα σοβαρά τον πόνο ενός παιδιού, ακόμη κι όταν δεν μπορεί να τον εξηγήσει.

Την ίδια ώρα, η δημόσια συζήτηση εξαντλείται συχνά σε εντυπώσεις, τηλεοπτικό θόρυβο και εύκολη κατανάλωση ειδήσεων. Η ανθρώπινη δυστυχία γίνεται θέμα της ημέρας, προκαλεί λίγες ώρες συγκίνησης και ύστερα παραμερίζεται. Μέχρι το επόμενο περιστατικό. Μέχρι το επόμενο παιδί.

Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό: όχι μόνο ότι συμβαίνουν τραγωδίες, αλλά ότι κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε την είδησή τους.

Η ψυχική υγεία των εφήβων δεν μπορεί να αποτελεί μια περιστασιακή ευαισθησία που ενεργοποιείται μετά από έναν θάνατο. Χρειάζεται οργανωμένη πρόληψη, σχολικούς ψυχολόγους, εύκολη πρόσβαση σε ειδικούς, ουσιαστική στήριξη των οικογενειών και μηχανισμούς που εντοπίζουν εγκαίρως τα σημάδια κινδύνου. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, μια κοινωνία που δεν τιμωρεί την ευαλωτότητα και δεν αντιμετωπίζει την ανάγκη για βοήθεια ως αδυναμία.

Δεν αρκεί να θρηνούμε. Δεν αρκεί να θυμώνουμε. Και σίγουρα δεν αρκεί να αναζητούμε ενόχους για να απαλλαγούμε από τη δική μας ευθύνη ως κοινωνία.

Ένα παιδί που υποφέρει δεν χρειάζεται κηρύγματα για το πόσο όμορφη είναι η ζωή. Χρειάζεται να νιώσει ότι κάποιος το βλέπει, το ακούει και θα μείνει δίπλα του όταν όλα μοιάζουν αβάσταχτα.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν κάτι θα μπορούσε να είχε αλλάξει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μπορούμε, όμως, να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα.

Να μη θεωρούμε τη μοναξιά των νέων φυσιολογική. Να μην προσπερνάμε τον πόνο τους. Να απαιτήσουμε δομές πρόληψης και υποστήριξης που λειτουργούν πριν να είναι αργά.

Γιατί το μέτρο μιας κοινωνίας δεν είναι ο πλούτος της, η εικόνα της ή η επίπλαστη ευτυχία που διαφημίζει. Είναι ο τρόπος με τον οποίο προστατεύει εκείνους που δυσκολεύονται περισσότερο.

Και όταν μιλάμε για παιδιά, η αδιαφορία δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή.

Πόσα ακόμη παιδιά πρέπει να χαθούν για να καταλάβουμε ότι η ψυχική τους υγεία δεν είναι μια δευτερεύουσα υπόθεση, αλλά ζήτημα ζωής;