
Η ελληνική γη δε στερείται δυνατοτήτων. Εκείνο που χρειάζεται, είναι ένα κράτος που θα στηρίζει την πραγματική παραγωγή και θα διασφαλίζει ότι οι πόροι της κατευθύνονται σε αυτούς για τους οποίους προορίζονται
Παρακολουθώντας την περιοδεία του Αλέξη Τσίπρα στην Κρήτη, δίπλα σε αγρότες που αγωνίζονται να κρατήσουν ζωντανές τις καλλιέργειες και τις εκμεταλλεύσεις τους, σκέφτηκα το κρίσιμο ερώτημα: πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ο έλληνας παραγωγός;
Πίσω από τις συζητήσεις, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις υποσχέσεις στα ΜΜΕ, υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν από τα χαράματα, επενδύουν χρήματα που συχνά δε διαθέτουν και βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται. Την ίδια ώρα, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης γύρω από τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων.
Δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου προβλήματος: η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική παραγωγή και στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η αγροτική πολιτική.
Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι μια περιφερειακή δραστηριότητα που αφορά μόνο τα χωριά. Είναι βασικός πυλώνας της οικονομίας, της διατροφικής ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο, για πολλούς παραγωγούς, η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, σπόροι, ζωοτροφές και εργατικά χέρια επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, ενώ οι τιμές που εξασφαλίζει ο αγρότης, συχνά δεν ανταποκρίνονται στο κόστος που έχει επωμιστεί.
Τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με αριθμούς την πίεση που δέχεται ο έλληνας παραγωγός. Τον Ιούλιο του 2026, οι τιμές που έλαβαν οι παραγωγοί για τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, υποχώρησαν κατά 8,4% σε ετήσια βάση, την ώρα που το κόστος των αγροτικών εισροών αυξήθηκε κατά 4,7%. Η ενέργεια και τα λιπαντικά ακρίβυναν κατά 12,4% και τα λιπάσματα κατά 11,3%. Στη φυτική παραγωγή, η πτώση των τιμών έφτασε το 9,9%, ενώ στα φρούτα άγγιξε το 24,6%. Αυτή είναι η δύσκολη εξίσωση της ελληνικής γεωργίας: ακριβότερα μέσα παραγωγής και χαμηλότερες τιμές πώλησης.
Όταν οι αριθμοί πιέζουν έτσι τον παραγωγό, οι γενικές διακηρύξεις για την αναγέννηση της υπαίθρου δεν αρκούν. Χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και θα διασφαλίσουν ότι η παραγωγή παραμένει οικονομικά βιώσιμη.
Η ουσία είναι απλή: όταν ο αγρότης πουλά φθηνότερα, χωρίς αντίστοιχη ελάφρυνση των εξόδων του, περιορίζει την επόμενη καλλιεργητική περίοδο ή εγκαταλείπει τη δραστηριότητά του. Και τότε η χώρα χάνει παραγωγή, θέσεις εργασίας και εισόδημα στην περιφέρεια.
Το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων αποτελεί ακόμη έναν δείκτη των αδυναμιών, αλλά και των δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα διαθέτει προϊόντα υψηλής ποιότητας, ισχυρή αγροτική παράδοση και σημαντικές εξαγωγικές δυνατότητες. Παρά ταύτα, εξακολουθεί να εισάγει μεγάλες ποσότητες τροφίμων και αγροδιατροφικών προϊόντων, από ζωοτροφές και κρέας, έως προϊόντα που θα μπορούσαν, υπό κατάλληλες προϋποθέσεις, να παράγονται εγχώρια.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποκλειστούν οι εισαγωγές ή να αγνοηθούν τα οφέλη του ευρωπαϊκού εμπορίου. Είναι να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από το εξωτερικό και να αυξηθεί η προστιθέμενη αξία που παραμένει στη χώρα. Αυτό απαιτεί στοιχεία ανά προϊόν, οργανωμένο σχεδιασμό, σύγχρονες υποδομές, μεταποίηση και καλύτερη σύνδεση παραγωγών με την αγορά.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις προορίζονται να στηρίζουν την αγροτική δραστηριότητα και την ύπαιθρο. Δεν μπορούν να υποκαθιστούν το εισόδημα του παραγωγού, ούτε να αντιμετωπίζονται ως μηχανισμός εξυπηρέτησης ημετέρων. Κάθε ευρώ που κατευθύνεται παράνομα ή χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πραγματικών δικαιούχων και την αξιοπιστία της χώρας.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα: να γνωρίζει ο αγρότης ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι η ενίσχυση καταλήγει εκεί όπου πραγματικά το δικαιούται.
Η ελληνική ύπαιθρος μπορεί να γίνει ξανά τόπος δημιουργίας και απασχόλησης. Αλλά δεν αρκούν οι εκκλήσεις για περισσότερη δουλειά ούτε η προτροπή προς τους νέους να επιστρέψουν στα χωριά τους. Χρειάζονται φθηνότερη ενέργεια, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, σύγχρονα αρδευτικά έργα, συνεργατικά σχήματα, εκπαίδευση, τεχνολογία και αποτελεσματική ασφάλιση απέναντι στις φυσικές καταστροφές.
Παράλληλα, η παραγωγή μπορεί να συνδεθεί με τη μεταποίηση, την τοπική γαστρονομία και τον αυθεντικό αγροτουρισμό. Όχι με αποσπασματικές επενδύσεις, αλλά με ένα σχέδιο που αναδεικνύει την ιστορία, τον πολιτισμό και τα προϊόντα κάθε περιοχής.
Ο πρωτογενής τομέας μπορεί να αποτελέσει ατμομηχανή της οικονομίας, δίπλα στον τουρισμό. Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτούνται κανόνες, επενδύσεις και λογοδοσία. Η εικόνα των αγροτών στην Κρήτη και τα ερωτήματα που γεννά η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, υπενθυμίζουν ότι η αγροτική πολιτική κρίνεται τελικά στο χωράφι, στο κόστος παραγωγής και στο εισόδημα που μένει στην οικογένεια του παραγωγού.
Η ελληνική γη δε στερείται δυνατοτήτων. Εκείνο που χρειάζεται, είναι ένα κράτος που θα στηρίζει την πραγματική παραγωγή και θα διασφαλίζει ότι οι πόροι της κατευθύνονται σε αυτούς για τους οποίους προορίζονται.
Πηγή: https://www.tovima.gr/2026/10/14/opinions/sproxnoun-ton-agroti-stin-egkataleipsi/