Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟΙ ΠΡΩΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΕΓΙΝΑΝ ΕΝΘΕΡΜΟΙ ΔΕΞΙΟΙ;



Νίκος Μαραντζίδης*

Δεν το έχω κρύψει. Στην εφηβεία μου με είχε συνεπάρει το κόκκινο σφυροδρέπανο, ωστόσο πριν συμπληρώσω καν τα 20 μου χρόνια, οι δρόμοι μου με απομάκρυναν από τη μεγαλύτερη κοσμική θρησκεία του 20ού αιώνα. Eκτοτε έπαψα να είμαι θρησκευόμενος. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια διαπίστωνα με έκπληξη, όχι απαραιτήτως ευχάριστη, πως άνθρωποι που είχαν ταυτιστεί με την Αριστερά, στελέχη πρώτης γραμμής για χρόνια, σε μια νύχτα σχεδόν μεταπηδούσαν στην αντίθετη όχθη. Αρκετοί μετατράπηκαν μάλιστα σε βροντόφωνους κήνσορες της νέας τους ταυτότητας.
Και δεν αναφέρομαι μόνο σε μερικές γνωστές στο πανελλήνιο περιπτώσεις, αλλά σε πολύ περισσότερες, άλλες λιγότερο γνωστές ή εντελώς άγνωστες. Βεβαίως, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Στη Γαλλία λένε ως αστείο πως τα πρώην μέλη του Κ.Κ. συγκροτούν το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας. 'Oμως, τώρα τελευταία στην Ελλάδα αυτή η στροφή έγινε σχεδόν μόδα. Πώς αλλάζει ο άνθρωπος και υιοθετεί εκ διαμέτρου αντίθετες ιδέες με αυτές που για χρόνια διακήρυττε; Πώς αυτός που ενθουσιαζόταν με τον Γκεβάρα ή τον Βελουχιώτη μπορεί με το ίδιο πάθος να υποστηρίζει τώρα τον Τραμπ ή τον Σαμαρά; Αυτός που έτρεχε στις πορείες και στις καταλήψεις να ωρύεται «βάλτε την αστυνομία στις σχολές»;
Πολλοί θεωρούν πως το ζήτημα είναι ηλικιακό. Είναι γνωστή η φράση: «Αν δεν είσαι αριστερός στα 25 δεν έχεις καρδιά, ενώ αν δεν είσαι συντηρητικός στα 35 δεν έχεις μυαλό». Κατανοητό! Τα χρόνια επηρεάζουν οπωσδήποτε τη θεώρηση των πραγμάτων, αλλά τέτοιες οβιδιακές μεταμορφώσεις υπερβαίνουν την ηλικιακή «ωρίμανση». Εξάλλου, μερικοί είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τα τριάντα τους όταν αποφάσισαν να «μεταμορφωθούν». Βεβαίως, αν και η ένταξη στην Αριστερά κατά τη Μεταπολίτευση ήταν μια κοινή εμπειρία για πολλούς, δεν σήμαινε για όλους τα ίδια πράγματα. Για άλλους ήταν μια «φυσική πορεία», η προέκταση ενός οικογενειακού βιώματος. Παιδιά αριστερών οικογενειών, με βασανισμένες μνήμες, η Αριστερά ήταν το σπίτι τους. Γεννήθηκαν μέσα σε αυτήν, δεν είχαν άλλο δρόμο. Στη συνέχεια, κάποιοι απ’ αυτούς τα «βρόντηξαν». Καθένας διαφορετική περίπτωση, όμως όλοι τους βίωσαν το γεγονός τραυματικά. Τοποθετούμενοι απέναντι στην Αριστερά, αρνούνταν την οικογενειακή παράδοση. Ηταν σαν να παλεύουν με τον εαυτό τους. Μερικοί για να το ξεπεράσουν έγιναν οι φανατικότεροι πολέμιοι της Αριστεράς. Για τους περισσότερους, πάντως, η ένταξη στην Αριστερά ήταν επιλογή, και μάλιστα, με ευρύτερο χαρακτήρα από την υιοθέτηση απλώς μιας συγκεκριμένης κοσμοθεωρίας. Ηταν κατ’ αρχήν μια μορφή κοινωνικοποίησης: ξέφευγαν από το περιοριστικό οικογενειακό περιβάλλον, έβρισκαν νέους φίλους, βίωναν καινούριες εμπειρίες. Κάπως έτσι η Αριστερά στη Μεταπολίτευση λειτούργησε ως διακριτή νεανική ταυτότητα. Αγόρια και κορίτσια, πολλοί και πολλές λαϊκής καταγωγής, μέσα από τις οργανώσεις της Αριστεράς, το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ της πρώτης φάσης, τον «Ρήγα Φεραίο», ακόμη και τους Μαοϊκούς, διεύρυναν τους ορίζοντές τους. Μάθαιναν για τον κόσμο πολύ περισσότερα απ’ όσα το αποστειρωμένο συντηρητικό σχολείο τούς είχε προσφέρει. Κάπως έτσι αγκάλιασαν μια κοινωνικότητα με νέους κανόνες.
Η Αριστερά λειτούργησε (και) ως μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης. Οι πιο φιλόδοξοι άδραξαν την ευκαιρία και αξιοποίησαν δεξιότητες και ταλέντα.
Γι’ αυτό τον κόσμο η Αριστερά ήταν κυρίως οι φοιτητοπαρέες, τα «πηγαδάκια» και οι συνελεύσεις στη σχολή, τα αντάρτικα στις ταβέρνες, το ροκ, τα μπαράκια, το (επιμελημένα) ατημέλητο ντύσιμο, τα μακριά μαλλιά και τα μούσια, οι πορείες του Πολυτεχνείου, οι καταλήψεις. Παίρνοντας πτυχίο και φεύγοντας από το πανεπιστήμιο, όλα αυτά έμεναν πίσω αφήνοντας πολλές αναμνήσεις, μερικούς φίλους, και ίσως μια σχέση που οδήγησε σε γάμο. Η γοητεία της Αριστεράς ξεθώριασε σιγά σιγά. Κάποιοι μεγαλώνοντας ξαναβρήκαν τις δεξιές οικογενειακές καταβολές. Αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτούς. Η Αριστερά λειτούργησε (και) ως μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης. Οι πιο φιλόδοξοι άδραξαν την ευκαιρία και αξιοποίησαν δεξιότητες και ταλέντα. Κομματικά στελέχη, που έκαναν καριέρα στην πολιτική ή στον συνδικαλισμό, δημοσιογράφοι, αλλά και πανεπιστημιακοί, που στη συνέχεια «μεταπήδησαν». Πολλοί ενώ «ανέβαιναν», άλλαζαν. Νέες θέσεις, νέες παρέες, νέες θεάσεις. Αλλαζαν γιατί η καριέρα, οι επιθυμίες και τα συμφέροντά τους άλλαζαν. Αρέσει ή όχι, είναι πάντα οι φτωχοί και αδύναμοι που έχουν ανάγκη την Αριστερά. Οι επιτυχημένοι και πλούσιοι, όχι. Υπάρχουν όμως μερικοί, που δεν άλλαξαν. Είτε τότε που άναβαν κερί στον Λένιν είτε τώρα που δοξάζουν τον Φρίντμαν, ίδιοι παραμένουν. Φανατικοί και μισαλλόδοξοι, με αίσθημα πως έχουν πάντα δίκιο, είναι έτοιμοι να κατατροπώσουν και με ύβρεις, αν χρειαστεί, όσους διαφωνούν μαζί τους. Είτε ως Σαούλ τότε είτε ως Παύλοι τώρα, το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ στα λόγια τους. Στη μισαλλοδοξία τους βρίσκεται.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/