Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1821;

  Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πως γιορτάζουμε ως κράτη και κοινωνίες τις εθνικές μας επετείους δεν λέει τίποτε για εκείνο το παρελθόν (αυτό είναι αποκλειστικό καθήκον των ιστορικών) αλλά έχει να πει πάρα πολλά για το δικό μας παρόν, όπως και για τη σχέση μας με τον εθνικό χρόνο· με το πως αντιλαμβανόμαστε δηλαδή την ιστορικότητά μας ως υποκείμενα, ατομικά και συλλογικά
Με άλλα λόγια, η δημόσια μνήμη είναι αναγκαστικά μια πολιτική μνήμη που επηρεάζεται καταλυτικά από τα εκάστοτε κοινωνικά και ιδεολογικά διακυβεύματα της συγκυρίας. Η περίπτωση των εορτασμών της εθνικής επετείου της εθνικής μας επανάστασης είναι μια πολύ χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση, καθώς το “1821” παραμένει πέραν πάσης αμφισβήτησης το annus mirabilis της ελληνικής ιστορίας.
Ο επίσημος εορτασμός του καθιερώνεται ως γνωστό επί Όθωνα το 1838 όταν ακόμη είναι προφανώς εν ζωή πολλοί εκ των πρωταγωνιστών τού πολέμου της Ανεξαρτησίας. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι οι εορτασμοί δεν έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα. Αφορούν όχι αυτό καθαυτό το γεγονός της επανάστασης αλλά μια ιδιαίτερη πρόσληψή του, δύο δεκαετίες αργότερα, ειδικά αυτήν που έχει ανάγκη να εκφραστεί στο πλαίσιο ενός νεοπαγούς και ανασφαλούς εθνικού κράτους το οποίο μετά βίας πατάει στα πόδια του. Κι εκείνο που πρυτανεύει τώρα πλέον είναι η επείγουσα ανάγκη τόνωσης της εύθραυστης ταυτότητάς του.
Έτσι, το αφήγημα για το 1821 θα υποταχθεί στο παπαρρηγοπούλειο σχήμα της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού προκειμένου να βρει πρόσθετη ιστορική νομιμοποίηση σε ένα ένδοξο αρχαιοελληνικό και βυζαντινό (δλδ αυτοκρατορικό) παρελθόν. Η φουστανέλα θα έρθει να συναντήσει την χλαμύδα, και η ηρωολατρεία την προγονοπληξία, για όλο τον πρώτο αιώνα της ζωής του ελληνικού κράτους, όσο δηλαδή θα κυριαρχεί η Μεγάλη Ιδέα και θα εκκρεμούν οι μεγάλες προκλήσεις της ενσωμάτωσης των “αλύτρωτων” Ελλήνων στον “εθνικό κορμό”.
Και φυσικά, το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και κάθε επίσημος θεσμός, συμπεριλαμβανομένης της εθνικοποιημένης ελλαδικής Εκκλησίας, θα συμβάλει με ποικίλους τρόπους στην διάδοση και την εμπέδωση αυτής της εκδοχής της δημόσιας ιστορίας, χωρίς σημαντικές ερμηνευτικές αποκλίσεις από κανέναν.
Από τη δεκαετία του 1920, ωστόσο, ιδίως η Αριστερή διανόηση (Σκληρός, Κορδάτος κ.ά) θα επιδιώξει να αντιμετωπίσει την επανάσταση ως ένα κοινωνικό γεγονός (ως αστική και λαϊκή επανάσταση), πέρα από τον αφελή ρομαντισμό της ηρωολατρείας. Και τούτο διότι η περίοδος του μεσοπολέμου είναι εκείνη που θέτει για πρώτη φορά τόσο έντονα το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το θέμα της κοινωνικής εκτός από την εθνική απαρτίωση. Σύντομα ωστόσο, το αφήγημα αυτό θα παρασυρθεί από τον ανερχόμενο λαϊκισμό (βλ. Σκαρίμπα) που στα χρόνια της εαμικής κυριαρχίας στην Κατοχή θα “διαβάσει” τους πρωταγωνιστές της επανάστασης ως μια αγιογραφία “αντιστασιακών” απέναντι σε κάθε μορφή κατάκτησης και καταπίεσης (Γ. Λαμπρινός).
Τα “προοδευτικά” αυτά ερμηνευτικά σχήματα θα βρουν απέναντί τους την παραδοσιακή αστική ιστοριογραφία που με όχημα την παράταξη των νικητών του Εμφυλίου, και μέσω κυρίως του πανεπιστημίου Αθηνών, θα συνεχίσει να υπερασπίζεται το εθνικιστικό αφήγημα, το οποίο πάντως θα φθάσει να λάβει διαστάσεις κιτς, με αντίστοιχης αισθητικής κρατικές τελετές μνήμης, τόσο στη δικτατορία του Μεταξά όσο και σε εκείνη του 1967, της οποίας έτσι κι αλλιώς όλη η αντίληψη περί εθνικής ιστορίας περνούσε μέσα από το γραφικό “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”.
Αυτή η έντονη ιδεολογικοποίηση της εθνικής μνήμης από αυταρχικά ή μη καθεστώτα ήταν που συνέδεσε το 1821 με κάτι μάλλον απεχθές, έχοντας ως συνέπεια την ιστοριογραφική περιθωριοποίησή του στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Καθώς, τώρα πλέον, η κυρίαρχη (τουλάχιστον στη διανόηση) ιδεολογική παλάντζα θα κλίνει προς την Αρισερά, προκρίνοντας θέματα γύρω από τον εμφύλιο ή την τεταμένη μετεμφυλιακή περίοδο (άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ιστοριογραφική επάρκεια), η Επανάσταση θα γίνει σταδιακά ένα αντικείμενο το οποίο θα θεραπεύουν πολύ λιγότεροι Έλληνες ιστορικοί επιστήμονες.
Έτσι, κι αλλιώς με την επικράτηση της γαλλικής ιστοριογραφικής σχολής στην περίοδο αυτή, θα ατονίσουν σε μεγάλο βαθμό προσεγγίσεις που σχετίζονταν με θέματα πολιτικής, στρατιωτικής ή διπλωματικής ιστορίας όπως αυτά που παραδοσιακά κυριαρχούσαν στη μελέτη του 1821.

Περισσότερο κράτος, λιγότερο έθνος

Με αφορμή, ωστόσο, τους πρόσφατους εορτασμούς των 200 χρόνων από την Επανάσταση, το ενδιαφέρον θα ανανεωθεί έντονα, και όχι μόνο επιφανειακά. Παρά την πανδημία, ένα πλήθος μελετών υψηλότατης ποιότητας αλλά και εκδόσεων βασικών πηγών κατέδειξαν ότι πρόκεται για ένα πολυσύνθετο πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό γεγονός, με ισχυρότατες γεωπολιτικές παραμέτρους.
Και κυρίως ότι είναι μια κορυφαίας σημασίας ευρωπαϊκή επανάσταση, και όχι μια υπόθεση εσωτερικής εξέγερσης στην οθωμανική αυτοκρατορία, συνδεδεμένη με τα πιο προοδευτικά και φιλελεύθερα κινήματα ιδεών της εποχής. Την οργάνωσαν μάλιστα οι ντόπιες δυνάμεις, αφενός κάποιοι εκδυτικισμένοι έμποροι και διανοούμενοι αλλά και (αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό) κάποιοι αγράμματοι, ημιάγριοι κατσαπλιάδες, παρότι βέβαια ο σκοπός τους δεν θα ευοδωνόταν χωρίς την επέμβαση των μεγάλων προστάτιδων δυνάμεων.
Αναδείχτηκε όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Ότι αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει εκτός από την επανάσταση αυτή καθαυτή, είναι και η εξέλιξη του κράτους στο ανάπτυγμα των 200 αυτών χρόνων, και στη βάση ορισμένων θεμελιακών χαρακτηριστικών που γεννιούνται μέσα στην επανάσταση καθώς και στα πρώτα χρόνια ζωής του ανεξάρτητου κράτους.
Δεν αρκεί να μας αφορά δηλαδή μόνο η γέννηση του έθνους αλλά και η σταδιακή ωρίμανσή του κράτους μέσα από τις πολλές μετεξελίξεις του. Τους προηγούμενους δύο αιώνες είδαμε ότι μας απασχόλησε υπερβολικά πολύ το έθνος. Το είχαμε ενδεχομένως ανάγκη λόγω των ψυχικών υπεραναπληρώσεων που συχνά χρειάζεται ένας μικρός λαός ο οποίος καλείται ξαφνικά να γίνει κληρονόμος ενός ασήκωτου ιστορικού παρελθόντος.

Πηγή: https://www.protothema.gr/