Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ: ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ!


Ἀντώνης Σαμαράκης

Τὸ πο­τά­μι

 ΔΙΑΤΑΓΗ εἴ­τα­νε ξε­κά­θα­ρη: Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ μπά­νιο στὸ πο­τά­μι, ἀ­κό­μα καὶ νὰ πλη­σιά­ζει κα­νέ­νας σὲ ἀ­πό­στα­ση λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­α­κό­σια μέ­τρα. Δὲ χώ­ρα­γε λοι­πὸν κα­μιὰ πα­ρα­νό­η­ση. Ὅ­ποι­ος τὴν πα­ρέ­βαι­νε τὴ δι­α­τα­γή, θὰ πέρ­να­γε στρα­το­δι­κεῖ­ο.
Τοὺς τὴ δι­ά­βα­σε τὶς προ­άλ­λες ὁ ἴ­διος ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Δι­έ­τα­ξε γε­νι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση, ὅ­λο τὸ τάγ­μα, καὶ τοὺς τὴ δι­ά­βα­σε. Δι­α­τα­γὴ τῆς Με­ραρ­χί­ας! Δὲν εἴ­τα­νε παῖ­ξε-γέ­λα­σε.
Εἴ­χα­νε κά­που τρεῖς βδο­μά­δες ποὺ εἶ­χαν ἀ­ρά­ξει δῶθε ἀπ’ τὸ πο­τά­μι. Κεῖθε ἀ­π’ τὸ πο­τά­μι εἴ­ταν ὁ ἐ­χθρός, οἱ Ἄλ­λοι ὅ­πως τοὺς λέ­γα­νε πολ­λοί.
Τρεῖς βδο­μά­δες ἀ­πρα­ξί­α. Σί­γου­ρα δὲ θὰ βά­στα­γε πο­λὺ τού­τη ἡ κα­τά­στα­ση, μὰ γιὰ τὴν ὥ­ρα ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἡ­συ­χί­α.
Καὶ στὶς δυ­ὸ ὄ­χθες τοῦ πο­τα­μιοῦ, σὲ με­γά­λο βά­θος, εἴ­τα­νε δά­σος. Πυ­κνὸ δά­σος. Μέ­σ’ στὸ δά­σος εἴ­χα­νε στρα­το­πε­δεύ­σει καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ.
Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες τους εἴ­τα­νε πὼς οἱ Ἄλ­λοι εἴ­χα­νε δυ­ὸ τάγ­μα­τα ἐ­κεῖ. Ὡ­στό­σο, δὲν ἐ­πι­χει­ρού­σα­νε ἐ­πί­θε­ση, ποι­ὸς ξέ­ρει τί λο­γα­ρι­ά­ζα­νε νὰ κά­νου­νε. Στὸ με­τα­ξύ, τὰ φυ­λά­κια, καὶ ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ές, εἴ­ταν ἐ­δῶ καὶ κεῖ, κρυμ­μέ­να στὸ δά­σος, ἕ­τοι­μα γιὰ πᾶν ἐν­δε­χό­με­νο.
Τρεῖς βδο­μά­δες! Πῶς εἴ­χα­νε πε­ρά­σει τρεῖς βδο­μά­δες! Δὲ θυ­μόν­του­σαν σ’ αὐ­τὸν τὸν πό­λε­μο, ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει ἐ­δῶ καὶ δυ­ό­μι­ση χρό­νια πε­ρί­που, ἄλ­λο τέ­τοι­ο δι­ά­λειμ­μα σὰν καὶ τοῦ­το.
Ὅ­ταν φτά­σα­νε στὸ πο­τά­μι, ἔ­κα­νε ἀ­κό­μα κρύ­ο. Μὰ ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὲς μέ­ρες, ὁ και­ρὸς εἶ­χε στρώ­σει. Ἄ­νοι­ξη πιὰ !
Ὁ πρῶ­τος ποὺ γλί­στρη­σε κα­τὰ τὸ πο­τά­μι εἴ­τα­νε λο­χί­ας. Γλί­στρη­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ καὶ βού­τη­ξε. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, σύρ­θη­κε ὣς τοὺς δι­κούς του, μὲ δυ­ὸ σφαῖ­ρες στὸ πλευ­ρό. Δὲν ἔ­ζη­σε πολ­λὲς ὧ­ρες.
Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, δυ­ὸ φαν­τά­ροι τρα­βή­ξα­νε γιὰ κεῖ, καὶ δὲν τοὺς ξα­να­εῖ­δε πιὰ κα­νέ­νας. Ἀ­κού­σα­νε μο­νά­χα πο­λυ­βο­λι­σμούς, καὶ ὕ­στε­ρα σι­ω­πή.
Τό­τε βγῆ­κε ἡ δι­α­τα­γὴ τῆς Με­ραρ­χί­ας.
Εἴ­τα­νε ὡ­στό­σο με­γά­λος πει­ρα­σμὸς τὸ πο­τά­μι. Τ’ ἀ­κού­γα­νε ποὺ κυ­λοῦ­σε τὰ νε­ρά του καὶ τὸ λα­χτα­ρού­σα­νε. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ό­μι­ση χρό­νια τοὺς εἶ­χε φά­ει ἡ βρῶ­μα. Εἴ­χα­νε ξε­συ­νη­θί­σει ἀ­πό ‘­να σω­ρὸ χα­ρές. Καὶ νά, τώ­ρα, ποὺ εἶ­χε βρε­θεῖ στὸ δρό­μο τους αὐ­τὸ τὸ πο­τά­μι. Μὰ ἡ δι­α­τα­γὴ τῆς Με­ραρ­χί­ας…
— Στὸ δι­ά­ο­λο ἡ δι­α­τα­γὴ τῆς Με­ραρ­χί­ας! εἶ­πε μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ δόν­τια του, κεί­νη τὴ νύ­χτα.
Γύ­ρι­ζε καὶ ξα­να­γύ­ρι­ζε καὶ ἡ­συ­χί­α δὲν εἶ­χε. Τὸ πο­τά­μι ἀ­κου­γό­τα­νε πέ­ρα καὶ δὲν τὸν ἄ­φι­νε νὰ ἡ­συ­χά­σει.
Θὰ πή­γαι­νε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, θὰ πή­γαι­νε ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Στὸ δι­ά­ο­λο ἡ δι­α­τα­γὴ τῆς Με­ραρ­χί­ας, τὴν ἔ­γρα­φε στ’ ἀ­παυ­τά του.
Οἱ ἄλ­λοι φαν­τά­ροι κοι­μόν­του­σαν. Τέ­λος τὸν πῆ­ρε κι αὐ­τὸν ὁ ὕ­πνος. Εἶ­δε ἕ­να ὄ­νει­ρο, ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη. Στὴν ἀρ­χή, τὸ εἶ­δε ὅ­πως εἴ­τα­νε: πο­τά­μι. Εἴ­τα­νε μπρο­στὰ του αὐ­τὸ τὸ πο­τά­μι καὶ τὸν πε­ρί­με­νε. Κι’ αὐ­τός, γυ­μνὸς στὴν ὄ­χθη, δὲν ἔ­πε­φτε μέ­σα. Σὰ νὰ τὸν βά­στα­γε ἕ­να ἀ­ό­ρα­το χέ­ρι. Ὕ­στε­ρα τὸ πο­τά­μι με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ γυ­ναί­κα. Μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα, με­λα­χρι­νή, μὲ σφι­χτο­δε­μέ­νο κορ­μί. Γυ­μνή, ξα­πλω­μέ­νη στὸ γρα­σί­δι, τὸν πε­ρί­με­νε. Κι’ αὐ­τός, γυ­μνὸς μπρο­στά της, δὲν ἔ­πε­φτε πά­νω της. Σὰ νὰ τὸν βά­στα­γε ἕ­να ἀ­ό­ρα­το χέ­ρι.
Ξύ­πνη­σε βα­λαν­τω­μέ­νος· δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα φέ­ξει…
Φτά­νον­τας στὴν ὄ­χθη, στά­θη­κε καὶ τὸ κοί­τα­ζε. Τὸ πο­τά­μι! Ὥ­στε ὑ­πῆρ­χε λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ πο­τά­μι; Ὧ­ρες-ὧ­ρες, συλ­λο­γι­ζό­τα­νε μή­πως δὲν ὑ­πῆρ­χε στ’ ἀ­λή­θεια. Μή­πως εἴ­τα­νε μιὰ φαν­τα­σί­α τους, μιὰ ὁ­μα­δι­κὴ ψευ­δαί­σθη­ση.
Εἶ­χε βρεῖ μί­αν εὐ­και­ρί­α καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸ πο­τά­μι. Τὸ πρω­ι­νὸ εἴ­τα­νε θαῦ­μα! Ἂν εἴ­τα­νε τυ­χε­ρὸς καὶ δὲν τὸν παίρ­να­νε μυ­ρου­διά… Νὰ πρό­φται­νε μο­νά­χα νὰ βου­τή­ξει στὸ πο­τά­μι, νὰ μπεῖ στὰ νε­ρά του, τὰ πα­ρα­κά­τω δὲν τὸν νοι­ά­ζα­νε.
Σ’ ἕ­να δέν­τρο, δί­πλα στὴν ὄ­χθη, ἄ­φι­σε τὰ ροῦ­χα του, καί, ὄρ­θιο πά­νω στὸν κορ­μό, τὸ του­φέ­κι του. Ἔ­ρι­ξε δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μα­τι­ές, μιὰ πί­σω του, μὴν εἴ­τα­νε κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του, καὶ μιὰ στὴν ἀν­τί­πε­ρα ὄ­χθη, μὴν εἴ­τα­νε κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς Ἄλ­λους. Καὶ μπῆ­κε στὸ νε­ρό.
Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸ σῶ­μα του, ὁ­λό­γυ­μνο, μπῆ­κε στὸ νε­ρό, τοῦ­το τὸ σῶ­μα ποὺ δυ­ό­μι­ση χρό­νια βα­σα­νι­ζό­τα­νε, ποὺ δυ­ὸ τραύ­μα­τα τὸ εἴ­χα­νε ὣς τώ­ρα ση­μα­δέ­ψει, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴν αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­σε ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Σὰ νὰ πέ­ρα­σε ἕ­να χέ­ρι μ’ ἕ­να σφουγ­γά­ρι μέ­σα του καὶ νὰ τά­σβη­σε αὐ­τὰ τὰ δυ­ό­μι­ση χρό­νια.
Κο­λυμ­ποῦ­σε πό­τε μπρού­μυ­τα, πό­τε ἀ­νά­σκε­λα. Ἀφι­νό­τα­νε νὰ τὸν πη­γαί­νει τὸ ρεῦ­μα. Ἔ­κα­νε καὶ μα­κρο­βού­τια.
Εἴ­ταν ἕ­να παι­δὶ τώ­ρα αὐ­τὸς ὁ φαν­τά­ρος, ποὺ δὲν εἴ­τα­νε πα­ρὰ εἰ­κο­σι­τρι­ῶ χρο­νῶ κι ὅ­μως τὰ δυ­ό­μι­ση τε­λευ­ταί­α χρό­νια εἶ­χαν ἀ­φί­σει βα­θιὰ ἴ­χνη μέ­σα του.
Δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, καὶ στὶς δυ­ὸ ὄ­χθες, φτε­ρου­γί­ζα­νε που­λιά, τὸν χαι­ρε­τού­σα­νε περ­νών­τας πό­τε-πό­τε ἀ­πὸ πά­νω του.
Μπρο­στά του, πή­γαι­νε τώ­ρα ἕ­να κλα­δὶ ποὺ τό­σερ­νε τὸ ρεῦ­μα. Βάλ­θη­κε νὰ τὸ φτά­σει μ’ ἕ­να μο­νά­χα μα­κρο­βού­τι. Καὶ τὸ κα­τά­φε­ρε. Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ κλα­δί. Ἔνι­ω­σε μί­α χα­ρά! Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­δε ἕ­να κε­φά­λι μπρο­στά του, κά­που τριά­ντα μέ­τρα μα­κριά.
Στα­μά­τη­σε καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα.
Καὶ κεῖ­νος ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε ἐ­κεῖ τὸν εἶ­χε δεῖ, εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι αὐ­τός. Κοι­τά­ζον­ταν.
Ξα­νά­γι­νε ἀ­μέ­σως αὐ­τὸς ποὺ εἴ­τα­νε καὶ πρω­τύ­τε­ρα: ἕ­νας φαν­τά­ρος ποὺ εἶ­χε κι­ό­λα δυ­ό­μι­ση χρό­νια πό­λε­μο, ποὺ εἶ­χε ἕ­ναν πο­λε­μι­κὸ σταυ­ρό, ποὺ εἶ­χε ἀ­φί­σει τὸ του­φέ­κι του στὸ δέν­τρο.
Δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ἂν αὐ­τὸς ἀν­τί­κρυ του εἴ­τα­νε ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του ἢ ἀ­π’ τοὺς Ἄλ­λους. Πῶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει; Ἕ­να κε­φά­λι ἔ­βλε­πε μο­νά­χα. Μπο­ροῦ­σε νά­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του. Μπο­ροῦ­σε νά­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς Ἄλ­λους.
Γιὰ με­ρι­κὰ λε­πτὰ καὶ οἱ δυ­ό τους στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τοι στὰ νε­ρά. Τὴ σι­ω­πὴ δι­έ­κο­ψε ἕ­να φτάρ­νι­σμα. Εἴ­ταν αὐ­τὸς ποὺ φταρ­νί­στη­κε, καί, κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά του, βλα­στή­μη­σε δυ­να­τά. Τό­τε κεῖ­νος ἀν­τί­κρυ του ἄρ­χι­σε νὰ κο­λυμ­πά­ει γρή­γο­ρα πρὸς τὴν ἀν­τί­πε­ρα ὄ­χθη. Μὰ κι αὐ­τὸς δὲν ἔ­χα­σε και­ρό. Κο­λύμ­πη­σε πρὸς τὴν ὄ­χθη του μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη. Βγῆ­κε πρῶ­τος. Ἔ­τρε­ξε στὸ δέν­τρο ποὺ εἶ­χε ἀ­φί­σει τὸ του­φέ­κι του, τ’ ἅρ­πα­ξε. Ὁ Ἄλ­λος, ὅ,τι ἔ­βγαι­νε ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Ἔ­τρε­χε τώ­ρα καὶ κεῖ­νος νὰ πά­ρει τὸ του­φέ­κι του.
Σή­κω­σε τὸ του­φέ­κι του αὐ­τός, ση­μά­δε­ψε. Τοῦ εἴ­τα­νε πά­ρα πο­λὺ εὔ­κο­λο νὰ τοῦ φυ­τέ­ψει μιὰ σφαί­ρα στὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἄλ­λος εἴ­τα­νε σπου­δαῖ­ος στό­χος ἔ­τσι κα­θὼς ἔ­τρε­χε ὁ­λό­γυ­μνος, κά­που εἴ­κο­σι μέ­τρα μο­νά­χα μα­κριά.
Μὰ δὲν τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη. Ὁ Ἄλ­λος εἴ­ταν ἐ­κεῖ, γυ­μνὸς ὅ­πως εἶ­χε ἔρ­θει στὸν κό­σμο. Κι αὐ­τὸς εἴ­ταν ἐ­δῶ, γυ­μνὸς ὅ­πως εἶ­χε ἔρ­θει στὸν κό­σμο.
Δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ τρα­βή­ξει. Εἴ­τα­νε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοί. Δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι γυ­μνοί. Γυ­μνοὶ ἀ­πὸ ροῦ­χα. Γυ­μνοὶ ἀ­πὸ ὀ­νό­μα­τα. Γυ­μνοὶ ἀ­πὸ ἐ­θνι­κό­τη­τα. Γυ­μνοὶ ἀ­π’ τὸν χα­κὶ ἑ­αυ­τό τους.
Δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ τρα­βή­ξει. Τὸ πο­τά­μι δὲν τοὺς χώ­ρι­ζε τώ­ρα, ἀν­τί­θε­τά τους ἕ­νω­νε.
Δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ τρα­βή­ξει. Ὁ Ἄλ­λος εἶ­χε γί­νει ἕ­νας ἄλ­λος ἄν­θρω­πος τώ­ρα, χω­ρὶς ἄλ­φα κε­φα­λαῖ­ο, τί­πο­τα λι­γό­τε­ρο, τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο.
Χα­μή­λω­σε τὸ του­φέ­κι του. Χα­μή­λω­σε τὸ κε­φά­λι του. Καὶ δὲν εἶ­δε τί­πο­τα ὣς τὸ τέ­λος, πρό­φτα­σε νὰ δεῖ μο­νά­χα κά­τι που­λιὰ ποὺ φτε­ρου­γί­σα­νε τρο­μαγ­μέ­να σὰν ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ ὄ­χθη ἡ του­φε­κιά, κι αὐ­τός, γο­νά­τι­σε πρῶ­τα, ὕ­στε­ρα ἔ­πε­σε μὲ τὸ πρό­σω­πο στὸ χῶ­μα.

Πηγή: Ἀντώνης Σαμαράκης, Ζητεῖται ἐλπίς, (διηγήματα, ἐκδ. Εστία, Γ’ ἔκδοση, Ἀθήνα, 1962)· Α’ ἔκδοση 1954.

Ἀντώ­νης Σα­μα­ρά­κης (Ἀθή­να 1919-2003). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀθηνῶν. Συμ­με­τεῖχε στὴν Ἐθνικὴ Ἀντί­στα­ση. Γνω­στό­τε­ρο τὸ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νο μυθι­στό­ρη­μά του Τὸ λά­θος (ἐκδ. Ἑστί­ας, Ἀθή­να, 1965). Πρῶτο του βι­βλί­ο: Ζη­τεῖται ἐλπίς (1954), τε­λευ­ταῖο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐν ὀνό­μα­τι (ἐκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ἀθή­να, 1998).

Πηγή: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/