Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ!

 Του Χρήστου Χωμενίδη

Το 1952, η κυβέρνηση Πλαστήρα ανέθεσε στον Κυριάκο Βαρβαρέσο -πρώην υπουργό οικονομικών του Ελευθερίου Βενιζέλου, πρώην διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος- τη συγγραφή μελέτης η οποία να διαλαμβάνει τις αναπτυξιακές προοπτικές της πατρίδας μας. Η μελέτη εκπονήθηκε και υποβλήθηκε αρμοδίως, εκδόθηκε στη συνέχεια, τη βρίσκεις ακόμα στα βιβλιοπωλεία. Έχει τον τίτλο "Έκθεσις επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος". Ουδέποτε έγινε πυξίδα για τους κυβερνώντες.
Η Αριστερά είχε τη δική της βίβλο. Τη "Βαριά Βιομηχανία στην Ελλάδα" του Δημήτρη Μπάτση, έργο πολύκροτο, θρυλικό σχεδόν και όχι μονάχα επειδή ο συγγραφέας του δικάστηκε και εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη, παρά το γεγονός ότι ήταν μεγαλοαστικής προέλευσης ή ίσως ακριβώς για αυτό. Ο Μπάτσης όμνυε στη δημιουργία βαριάς μεταλλουργικής και χημικής βιομηχανίας, προφανώς κρατικής.
Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, από την άλλη, διεθνούς ακτινοβολίας πολεοδόμος, είχε εισηγηθεί καινοτομίες που σήμερα φαντάζουν οραματικές, στα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Από την ανέγερση μιας καινούργιας πόλης που θα γινόταν διοικητική και οικονομική πρωτεύουσα, με την Αθήνα να διατηρεί τα ηνία στην πνευματική ζωή. Μέχρι την ανάπτυξη του Λαυρίου, ώστε να υποσκελίσει τον Πειραιά εξελισσόμενο στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και της ανατολικής Μεσογείου.
Ακόμα και αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κατά την πρώτη οκταετία του, από το 1955 μέχρι το 1963, λάμβανε υπόψιν τις εισηγήσεις των επαϊόντων -χάραζε δρόμους, θεμελίωνε εργοστάσια, εγκαινίαζε "Ξενία"-, η αναγκαιότητα (ή τα συμφέροντα, μικρά και μεγάλα) είχε το πάνω χέρι. Οι πόλεις ανοικοδομούνταν άναρχα. Οι εσωτερικοί μετανάστες στοιβάζονταν όπως-όπως σε προχειροφτιαγμένες πολυκατοικίες. Ό,τι ονομαζόταν "ιδιωτική πρωτοβουλία" επρόκειτο συχνά για ιδιωτική αυθαιρεσία. Ο μεσομακροπρόθεσμος προγραμματισμός υποχωρούσε άτακτα εμπρός στην ανάγκη των παιδιών της Κατοχής να χορτάσουν ψωμί και να προκόψουν κατά τα πρότυπα του εμπορικού κινηματογράφου. Η Ελλάδα αυτοσχεδίασε τον εαυτό της.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα βρισκόμαστε, σήμερα, σε μια αρκετά παρόμοια κατάσταση. Δεν βγαίνουμε βεβαίως από παγκόσμιο και από εμφύλιο πόλεμο. Βαραίνει όμως τους ώμους μας η εμπειρία -και το τραύμα- της χρεοκοπίας του 2010, των μνημονίων και των κάπιταλ κοντρόλ. Έχουμε προσέτι βιώσει την εξωφρενική συνθήκη της πανδημίας με τα αλλεπάλληλα λόκντάουν, την ηρωική και πένθιμη ιστορία της δημόσιας υγείας, τη ραγδαία ψηφιοποίηση του κράτους και την επιχείρηση "μαζικοί εμβολιασμοί". Μπορεί όσοι θα ψηφίσουν για πρώτη φορά στις 21 Μαΐου να έχουν μια πολύ θολή εντύπωση για το δημοψήφισμα του 2015 (εξ’ου και βρίσκουν κάποιοι τους τον Γιάνη Βαρουφάκη σοβαρό και πειστικό), η συλλογική μνήμη εντούτοις παραμένει νωπή. O Κυριάκος Μητσοτάκης κραδαίνει ως φόβητρο στους πολίτες της μεσαίας τάξης την "Πρώτη Φορά Αριστερά" υπενθυμίζοντας τους ότι αμ κόντεψε να ρίξει τη χώρα στα βράχια, αμ ρέφαρε υπερφορολογώντας τους. Ο Αλέξης Τσίπρας ισχυρίζεται πως έχει μάθει από τα λάθη και τις αυταπάτες του. Ότι έχει ωριμάσει και είναι φιλικότερος προς τους "νοικοκυραίους".
Το προεκλογικό νταβαντούρι θα κορυφωθεί τις προσεχείς εβδομάδες. Λίγο ωστόσο θα ασχοληθούν τα κόμματα και οι ψηφοφόροι με το πλέον κρίσιμο ερώτημα. Πώς φανταζόμαστε, πώς επιθυμούμε να διαμορφωθεί η Ελλάδα κατά τη μεταμνημονιακή και μετά-κόβιντ εποχή.
Έχει, καθώς αντιλαμβάνομαι, συνομολογηθεί από όλο το πολιτικό τόξο πλην της κομμουνιστικής αριστεράς πως ναυαρχίδα της οικονομίας μας είναι και θα παραμείνει ο τουρισμός. Με παράπλευρες ασφαλώς επενδύσεις στο real estate, στην οικοδομή, στις ψηφιακές τεχνολογίες, ακόμα και στη βιομηχανία του θεάματος - να γυρίζονται περισσότερες ξένες ταινίες και σειρές στη χώρα μας, να προβάλλονται περισσότερες ντόπιες ταινίες και σειρές στις διεθνείς πλατφόρμες, παραφυάδα αποτελεί κι αυτό στην τουριστική ανάπτυξη.
Η νυν κυβέρνηση επαίρεται που οι τουρίστες αβγατίζουν με φρενήρεις ρυθμούς, που η σαιζόν παρατείνεται διαρκώς, τεντώνεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Νοέμβριο. Η αντιπολίτευση διατυπώνει κάποιες επιμέρους ενστάσεις, οι οποίες αφορούν το νομικό και φορολογικό καθεστώς των Airbnb, τις συνθήκες εποχιακής εργασίας ή το απειλούμενο κλείσιμο ορισμένων ιστορικών κινηματογράφων. Κουβέντα ωστόσο επί της ουσίας δεν γίνεται. Και ας αρθρογραφούν πότε-πότε άνθρωποι με γνώση και με γνώμη.
Τί επιθυμούμε, τι έστω είμαστε διατεθειμένοι να ανεχθούμε στον βωμό της ανάπτυξης;
Τη μετατροπή του κέντρου της Αθήνας -προσεχώς ίσως και της Θεσσαλονίκης- σε τουριστικό πάρκο;
Την ανέγερση στο Ελληνικό και στον Άγιο Κοσμά μιάς καινούργιας πόλης με διαμερίσματα υπερπολυτελείας, στο κέντρο της οποίας θα δεσπόζει ένα καζίνο; Προορίζεται η "αθηναϊκή ριβιέρα" για Λας Βέγκας της Ευρώπης; - τολμάει να φανταστεί τον εαυτό της σαν Μόντε Κάρλο;
Τη μυκονοποίηση και άλλων νησιών, της Πάρου, της Κέρκυρας, ποιο θα πάρει σειρά; 
Και αν ακόμα συναινούσαμε σε κάτι τέτοιο, και αν ακόμα δέχονταν οι Έλληνες ότι τα θέρετρα πρώτης ζήτησης θα είναι εντελώς απρόσιτα για το πορτοφόλι τους, το χρήμα που θα έρεε εκεί θα διαχεόταν άραγε στην ελληνική κοινωνία; 
Θέλουμε all inclusive φαραωνικά ξενοδοχεία για να λιάζεται ρουφώντας μπύρα το προλεταριάτο και το πρεκαριάτο των βορείων χωρών; Ονειρευόμαστε βίλλες που θα νοικιάζονται προς χίλια μίνιμουμ ευρώ τη νύχτα στους μάνατζερ και τους ολιγάρχες; Διαθέτει η Ελλάδα -πέρα από την Ακρόπολη, τους Δελφούς και την Επίδαυρο- δικό της τουριστικό αποτύπωμα ή αποτελεί ένα υβρίδιο Μποντρούμ και Τοσκάνης;
Έστω και αν η απάντηση είναι "ναι" σε όλα τα παραπάνω -εδώ μαζικός τουρισμός με βραχιολάκια, παραπέρα Airbnb και στα φιλέτα επαύλεις-, έστω και τότε, ρισκάρουμε μια επόμενη πανδημία, που -όπως ο κορωνοϊός- θα πάγωνε τα ταξίδια ποιος ξέρει για πόσο καιρό;
Αυτά θα οφείλαμε να συζητάμε. Όχι για να επιβάλει η παρούσα ή η επόμενη κυβέρνηση κεντρικό σχεδιασμό - δεν βρισκόμαστε δα στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά για να χαράξουμε κάποιες κατευθύνσεις, να θέσουμε μερικά στοιχειώδη όρια. Ή να αποφασίσουμε εν πλήρη συνειδήσει πως δεν θα βάλουμε κανένα απολύτως όριο. Παρ’ημεραν ζην. Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξουμε. Yolo! Και το "yolo!” εντούτοις θέλει την τέχνη του…
Οι εθνικές εκλογές αποτελούν εξ’ορισμού σταυροδρόμια. Για να ελέγξουμε την πορεία μας και να τη βρούμε σωστή και να τη συνεχίσουμε. Ή για να αλλάξουμε κατεύθυνση. Έως τώρα, τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει. Η κοινή γνώμη μοιάζει να έχει ήδη λησμονήσει και τα Τέμπη ακόμα. Ασχολείται με την ατομική επιχείρηση του Γιάννη Ραγκούση. Παθιάζεται με τις κατηγορίες εναντίον του Αλέξη Γεωργούλη. Θα ανέβει στα κάγκελα για όποιο σκάνδαλο σκάσει αύριο-μεθαύριο.
Και οι κάλπες, μονές ή διπλές, θα περάσουν. Και το καλοκαίρι θα επελάσει. Και η Ελλάδα θα εξακολουθήσει αυτοσχεδιάζοντας. Τον εαυτό της και το μέλλον της.

* Ο Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

Πηγή: https://www.capital.gr/