Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΥΚΟΛΟ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙΣ...

Διήγημα: Si-glu-fjö-rður
Του Απόστολου Λαγαρία


penn
Είναι πάντα εύκολο να φεύγεις.
Και όταν επιλέγεις να το κάνεις συνήθως δεν μετράει που ακριβώς πηγαίνεις αλλά από που δραπετεύεις. Ο προορισμός σου είναι η ίδια η πράξη της φυγής. Στις συζητήσεις μου πρεσβεύω αυτήν την οπτική με απόλυτη συνέπεια και αρκετές φορές με εκνευριστική επιμονή. Και προσπαθώ να εντοπίσω τι είναι αυτό που κυνηγάει τον εκάστοτε δραπέτη, τι είναι αυτό που τον καταδιώκει, όπως οφείλω άλλωστε να κάνω ως έμπειρη και πιστοποιημένη πια ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής.
Και οι συνομιλητές μου -στους οποίους σπεύδω αμέσως να δηλώσω την πρόσφατη αποφοίτησή μου από ανώτατη ευρωπαϊκή σχολή ψυχολογίας- δείχνουν αρκετά πρόθυμοι να απαντήσουν σε ερωτήματα πολύ προσωπικά, αποδεχόμενοι τη θεωρία μου για τη φύση που έχει η πράξη της φυγής και την επισήμανση ότι εάν δεν την αντιμετωπίσουνε per se αυτή θα συνεχίσει να τους καταδιώκει πάντοτε και παντού.
Ωστόσο για τον άνθρωπο που είχα απέναντι μου είχα τη σπάνια αίσθηση ότι τα πράγματα ήτανε διαφορετικά, ότι βρισκόμουνα μπροστά στην χρυσή εξαίρεση που θα επιβεβαίωνε τον κανόνα. Τώρα, γνωρίζοντάς τον καλύτερα, υποθέτω ότι η αίσθηση αυτή τροφοδοτήθηκε από πολλά στοιχεία που είχανε να κάνουν με την ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του, αλλά εκείνη τη στιγμή όλα ξεκίνησαν από το άκουσμα του μέρους που επέλεξε να πάει.
«Si-glu-fjö-rður» μου είπε, και τόνιζε προσεκτικά τις συλλαβές με τον τρόπο που υποθέτω ότι θα ήταν ο σωστός σε αυτή τη ξένη γλώσσα, δίνοντας έμφαση στην τρίτη συλλαβή και ρολάροντας το r στο τέλος με τη γλώσσα, ώστε να ακουστεί ακόμα πιο βαθύ και μυστηριακό.
«Και τι βρίσκεται εκεί;».
Τον κοίταξα διερευνητικά. Μεγάλο ευγενικό μέτωπο, ψηλό ανάστημα, γαλάζια μάτια σε αρμονία με το άσπρο αλλά όχι ασθενικό δέρμα και τα καστανόξανθα μαλλιά. Δυνατά χέρια που τα είχε σταυρωμένα μπροστά στο στήθος του όπως με κοιτούσε με ένα βλέμμα που είχε ταυτόχρονα κάτι το ονειροπόλο και το αποφασιστικό.
«Τίποτα. Ξέρω, θα μου πεις ότι πάντοτε υπάρχει κάτι. Αλλά εκεί είναι το απόλυτο κενό. Μία ή δυο σειρές από απομονωμένα σπίτια, ούτε καν χωριό δε θα μπορούσες να το πεις, ένας μοναδικός δρόμος που έρχεται από το τίποτα και συνεχίζει για το πουθενά μέχρι που χάνεται μέσα σε ένα υποτονικό τοπίο με μικρές χαμηλές βουνοκορφές σκεπασμένες από αιώνια χιόνια, τα ήσυχα λιμνάζοντα σχεδόν νερά ενός ρηχού φιόρδ και μερικά αλιευτικά καΐκια. Έρημοι δρόμοι. Ελάχιστα αναμμένα φώτα σε κάποια από τα σπίτια, άνθρωποι που δεν εμφανίζονται ποτέ, τεράστιες νύχτες λόγω του αρκτικού κύκλου που είναι πραγματικά κοντά, νεκρές ημέρες, το απόλυτο κενό».
Σταμάτησε, ξεσταύρωσε τα χέρια και ήπιε από το φλιτζάνι του καφέ. Με κοίταξε με νόημα. Υπέροχα λοιπόν. Βρισκόμουν απέναντι σε έναν σπάνια χαρισματικό συνομιλητή. Τους άντρες συνήθως είναι δύσκολο να τους ξεκλειδώσεις, να τους κάνεις να ανοιχτούν. Πολλές φορές αναγκάζομαι να επιστρατεύσω τη γυναικεία γοητεία μου για να πάρω αυτό που θέλω. Αλλά με αυτόν ήταν αλλιώς. Έδειχνε να περιμένει την επερχόμενη ερώτηση και να έχει προετοιμαστεί σχολαστικά για αυτήν.
«Αν είναι έτσι, αυτό που σε οδηγεί εκεί δε είναι παρά αυτό που σε διώχνει από εδώ. Τι βρίσκεται λοιπόν εδώ;».
«Φυσικά έχεις δίκιο. Όλη μου τη ζωή με καταδιώκουν εμμονές. Αλλά δε δραπετεύω από αυτές. Τις αντιμετωπίζω. Και έφτασα στο σημείο να τις αγαπώ. Έφτασα πια σε αυτό το κρίσιμο σημείο. Και η συνειδητοποίηση αυτή είναι που με οδήγησε σταδιακά στην απόφασή μου. Είναι τόσο πράγματα εδώ που μου αποσπούν την προσοχή. Τόσες τεχνητές ανάγκες. Θέλω να μπορέσω επιτέλους να απομονωθώ με τις εμμονές μου, να τις αγκαλιάσω, να τις ενστερνιστώ, να βυθιστώ σε αυτές μέχρι να γίνουνε ολότελα δικές μου, κομμάτι του εαυτού μου και να αναδυθώ με ένα νέο αυτοπροσδιορισμό, σε έναν καινούριο κόσμο. Και έτσι χρειάζομαι απεγνωσμένα το Siglufjörður. Το επιζητώ. Δεν θέλω το ‘οπουδήποτε αλλού’. Δε μου αρκεί. Θέλω το ‘τίποτα’».
Σταμάτησε ξανά και είχα τώρα την αίσθηση ότι κάτι περίμενε από εμένα, κάτι ανατρεπτικό, κάτι απροσδιόριστα προκλητικό. Και του το έδωσα.
«Αιώνιοι παγετώνες. Παίρνεις το μονοπάτι παράλληλα στο δρόμο στην αρχή, έπειτα αποκλίνεις με κατεύθυνση προς το βορρά, το έδαφος γίνεται σταδιακά ανηφορικό και σε ανεβάζει σε ένα υψίπεδο που θα μπορείς τώρα να αγναντέψεις από ψηλά το αρχέγονο τοπίο, σύντομα πέφτει η νύχτα ενώ εσύ ακόμα στέκεσαι εκεί βλέποντας τα φώτα να ανάβουνε στα σπίτια, ελάχιστα, μπορούν να μετρηθούν στα δάκτυλα ενός χεριού, στο τελευταίο φως της μέρας οι παγετώνες εκπέμπουν μια τελευταία λάμψη και έπειτα χάνονται και αυτοί και αισθάνεσαι τον υγρό και παγωμένο αέρα που σηκώνεται από τον ωκεανό και αρχίζει να σφυρίζει στις βουνοκορφές, έχεις ένα φακό στην τσέπη αλλά φυλάς την μπαταρία για περίπτωση ανάγκης και περπατάς στα σκοτεινά, πίσω από τα σύννεφα παλεύει να εμφανιστεί ένα φεγγάρι αλλά η καταχνιά το πνίγει και εσύ συνεχίζεις προς την κορυφή, την κορυφή του τίποτα, την κορυφή του εσωτερικού σου κόσμου, την κορυφή των πάντων. Σκοντάφτεις σε βράχια, τα πόδια σου ματώνουν αλλά εσύ συνεχίζεις, αρνείσαι να αποδεχτείς ότι ο στόχος σου δεν είναι εφικτός, ότι η κορυφή είναι ακόμη μακριά και ότι μέχρι να μπορέσεις να τη φτάσεις, το τίποτα θα έχει γίνει κάτι που αρχίζει να αποκτάει σημασία, θα γίνεται μια νέα ζωή, θα γίνεται τα πάντα. Και τότε σταματάς και ας μην είσαι ούτε στα μισά του δρόμου. Εκεί ψηλά στη μέση του ανηφορικού σου δρόμου, μέσα στο σκοτάδι που τώρα μοιάζει απίστευτα πυκνό και που έχουν χαθεί από τον ορίζοντα ακόμη και τα λίγα φώτα που σε βοηθούσαν να προσανατολιστείς. Και τότε συνειδητοποιείς ότι πριν φύγεις για να απομονωθείς, πριν επιτέλους φύγεις, την τελευταία ακριβώς στιγμή έκανες το λάθος να δημιουργήσεις μία τελευταία εμμονή. Μια εμμονή που δεν πρόλαβε ωστόσο να αποκρυσταλλωθεί, μια εμμονή που ρέει χωρίς να αποκτά ακόμη τελική μορφή. Η σκέψη σου σε οδηγεί σε ετούτη τη στιγμή, μαζί μου εδώ. Σε αυτά που μου έλεγες. Και συνειδητοποιείς ότι η στιγμή αυτή είναι πολύ σημαντική. Νιώθεις στο στόμα σου τη γεύση του καφέ. Ακούς στα αυτιά σου τη φωνή μου. Με φέρνεις στο μυαλό σου να σου τα λέω όλα αυτά. Πόσο απρόβλεπτη εξέλιξη. Πραγματικά τίποτα δε σε έδιωχνε και τίποτα δε σε κρατούσε εδώ. Αλλά την ώρα που με έπειθες για αυτό, έλαμψε μπροστά μου μια διαφορετική εκδοχή. Γιατί και εγώ αγαπώ τις εμμονές μου, τόσο πολύ που έμαθα να δημιουργώ καινούριες με την κάθε αφορμή. Εσύ και το Si-glu-fjö-rður σου μοιάζετε με κάτι τέτοιο ακριβώς. Με φέρνεις στο μυαλό σου να σου τα λέω όλα αυτά. Με φέρνεις στο μυαλό σου. Και τότε η καινούρια εμμονή σου αποκρυσταλλώνεται και παίρνει μια τελική μορφή. Αλλά την εμμονή αυτή δεν την ελέγχεις. Δεν έχεις συνηθίσει να ζεις με αυτήν. Είναι απρόβλεπτη και σε κυριεύει, σε εξουσιάζει αντί να την εξουσιάζεις εσύ. Γκρεμίζει με τη δύναμή της την απομόνωση, τα ασφαλή σου θέλω. Γκρεμίζει το τίποτα του Siglufjörður και το κατακτά, το εξαϋλώνει. Κοιτάζεις γύρω σου και νιώθεις επιτέλους την αιώνια μοναξιά. Το φόβο στο σκοτάδι. Και είναι σα να ξυπνάς μέσα στον εφιάλτη που έχτισες ο ίδιος».
Σταμάτησα επιτέλους. Του πήρε ένα ολόκληρο λεπτό να αποφασίσει τι θα απαντούσε σε όλα αυτά.
«Μου ζητάς να μείνω εδώ;»
Τον κοίταξα μέσα στα γαλάζια μάτια του.
«Σου ζητώ να έρθω μαζί σου».

* Ο Απόστολος Λαγαρίας γεννήθηκε στη Λάρισα και είναι διδάκτωρ Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει βραβευτεί για μελέτες σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και έχει δημοσιεύσει εργασίες σε ευρωπαϊκά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Είναι μουσικός, κιθαρίστας και συνθέτης και με το καλλιτεχνικό όνομα strange C συμμετέχει σε συγκροτήματα της ανεξάρτητης/εναλλακτικής ροκ σκηνής, ενώ έχει γράψει και μουσική για ταινίες. Από το 2012 οπότε και άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, έχει γράψει μυθιστορήματα και νουβέλες, ενώ έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Πηγή:http://fractalart.gr