Της Μαρίας Γ. Διαμαντοπούλου // *

Για ένα πιο βαθύ συναίσθημα
Τα μάτια σου
Ιππείς των θερινών ανωφερειών
λυχνάζετε στον γλυκοκοιμισμένο ορίζοντα
μεταρσιώνετε τα πλέον ταπεινά αισθήματα σε δώρα θεία
κι εξαϋλώνετε όλες τις αιμόφυρτες ουτιδανές επάρσεις
ξίφη
έτσι που διαξιφίζεσθε στα μήκη και τα πλάτη
με τις πιο λαίμαργες, τις πιο καχύποπτες θωριές
με εκείνη τη γυρίστρα παιδικότητα της ανακάλυψης
είστε σαν να σας γέννησε η φλόγα
μόλις χτες
σπαθιά ακονιζόμενα στις πιο τραχιές πλευρές θεριών-συναισθημάτων
είστε τα κοφτερά μαχαίρια της φροντίδας
που εναποθέτει στοργικά το πιο γλυκό
κομμάτι του καρπού στις παιδικές παλάμες.
Στο χρυσωμένο δάσος των σκιών
δυο ξέφωτα κι εγώ χαρούμενο παιδί1.
Φάροι του πιο νοσταλγικού μου ταξιδιού
και των θολών, ναυαγισμένων μου αισθήσεων
βγαίνω στην ξέρα ναυαγός
ανάσκελα βαθιά ανασαίνω σωτηρία
κι είστε τα λιόφυλλα που χρυσαφίζει ελαφρά ο χωνευτός στο
σώμα μου επιδαπέδιος προβολέας
στάζετε πάνω μου νυχτερινή δροσιά.
Αντιφεγγίσματα ενός εξωπλανήτη σμαραγδένιου
όπου ανατρέφονται τα αδύνατα εγκόσμια
φώτα υγρά του ουράνιου θόλου
στην κατακόρυφη αψίκορό σας αίσθηση
κηροί, ως σκότος γλαμυρό ομνύω σας κι ενδύομαι το θάλπος.
Λυχνάρια τρεμοπαίζοντα μιας πολιτείας μακρινής και ποθητής
που αστράφτει στολισμένη μες στη νύχτα
και μόνο η υποψία σας
στον χώρο, με κάνει να νιώθω ζωντανή.
Αγαπημένη αίσθηση, εδώ θα επιστρέφω.2
Σε λίγο θα βουτήξω στον ορίζοντα.
Κι όπως έρχεται η άνοιξη
με όλα τα λουλούδια της αρματωμένη
μας στρώνει μυθικό τραπέζι με τα αρώματά της
σχεδόν μας σέρνει απ’ τη σπηλιά στο φως
μας προξενεύει τη χαρά και μας παντρεύει
ανάσα και
αυτό ήταν.
Το βλέμμα σου επιπολάζει στο στερέωμα.
Τα χείλια σου
Ανθούρια-είδωλα της ζωντανής καρδιάς,
τα χίλια
μυστικά σας,
μα και πορφυρογέννητη σιωπή,
το χρώμα σου ζηλεύει ο ήλιος
όταν τα χθόνια σκύβει να φιλήσει
και μαρτυρά τα χίλια σου
αμαρτήματα
στο αυτί της πυρωμένης νύχτας.
Δίδυμα τρικυμίσματα της φλόγας,
τα χίλια σας
παράπονα.
Ρόδια ποθεινά, με ορθάνοιχτο στόμα περιμένει τους χυμούς
σας το κατάξερο χιόνι
‒ η μύσις της απόλαυσης όταν άμωμα μέτωπα σας προκαλούν
να ζωγραφίσετε το πιο ερωτικό φιλί.
Βρώσιμα ρίγη,
προσκυνώ τα χίλια σας
αιτήματα του πάθους.
Σας λέω ουράνιο τόξο των φιλιών
και χειμαρρώδες όρυγμα
ποιήματα και ποιητές συνάμα.
Οι ελπίδες μου σμιλεύουν κάθε σου χαμόγελο
κι όσες κινούν για τις δυσάλωτες ακτές του αθέατου
σημαίνει δεν αλώθηκαν ακόμα απ’ τα ορατά
σημαίνει είναι ακόμα ζωντανές.
Ατλάζινες κορφές που ασπάζεστε τον ουρανό,
γαλάζιο δεν χορταίνετε.
Το άστρο ‒βιαστικό‒ λοξοκοιτά
την άλικη επικονίαση της δίψας σας πριν σας καληνυχτίσει
μειδιώντας
‒δεν θα σας άφηνε έτσι‒
σημαίνει η μέρα δεν θα παραδώσει εύκολα
η νύχτα θα καθυστερήσει
κι εγώ θα ενδυθώ την πορφυρή σημαία σας με μάτια
σφαλιστά
‒ούτε που θα υποπτευθώ το μαύρο‒
ως το νεότοκο φιλί της επομένης.
Τα χέρια σου
Πουλιά αιχμάλωτα με όλη σας τη θέληση στην πιο ζεστή
φωλιά
πότε βαλσαμωμένα από τη λάβα της καρδιάς στην πιο καλή
σας ώρα
και πότε φτερουγίζοντας ζωηρά μέσα στα σωθικά μου
βεντάλιες αναπαιστικές αισθησιακής ορχήστρας
πάλλεστε, ανάεροι χορευτές, με όλη την πλαστικότητα των
τρυφερών ονείρων
φίδια σφιγμένα στον λαιμό της αδικίας
ακαταπόνητοι αργαλειοί του θέρους
τι αγαστά ευθετείτε την τολύπη των χειμώνων
σχεδόν αυτόματα, σαν από πάντα προορισμένοι
για τις καρτερικές ψυχές που προσδοκούν
το τραταμέντο σας.
Πειρατικά κατάρτια των αιθέρων
και λιμενοβραχίονες της πιο βαθιάς μου θάλασσας
πώς με τραβάτε στον αφρό της ύπαρξης
ακίνητα κι αγαλματένια αλάβαστρα
την ώρα που μορφώνετε το ακέραιο
κάθε σας κίνηση χάδι υποσχόμενο
για κάθε μου πληγή
αιωρούμενες ανάσες
απλωμένες πάνω στον ορίζοντα, μέσα στην πανερωτική
έκσταση
αλκίμαχοι αγιοπλάστες του θεριά μπορώ και του θεριά
υπομένω
ψηλαφητές του οικείου και του ανοίκειου
και θωπευτές της δημιουργίας
χτίζετε με επιμέλεια τη γυμνότητά μου
κι εγώ ως Ιππότης Λεονάρντος3
βρίσκω την ευτυχία μου στην πλαστουργή σας φύση.
Καθώς το άστρο σας σκορπά γενναιόδωρα
στον ουρανό μου και στη γη μου
τα απειράριθμα ρόδινα σελαγίσματα του ηλιοβασιλέματος
αγγίζοντας διακριτικά λίγο πριν φύγει
τα ροδοδάχτυλά του πάνω στη μορφή μου
θαρρώ, δεν θα ξαναρωτήσω για τον έρωτα.
Με κάλυψε η αγάπη.
Η φωνή σου
Η μουσική που μου γνώρισε τον κόσμο.
Στο πέρασμα του καλλικέλαδου ανέμου
σβήνεται ο λήρος των γυρίνων και των μούργων.
Πηγάδι με πανάρχαια μυστικά
ακριβομίλητο νερό κρυφής πηγής
καίγομαι και διψώ
να δροσιστώ στην αλήθεια σου.
Αυτός ο προμαχώνας της εσώτερης φωτιάς
το καταφύγιό μου.
Αυτή η επέλαση της ρώμης με όλες τις κόκκινες σημαίες της.
Γρέζια γρανάζια ενός εκάστου πείσματος που παίρνει φόρα
στον ανήφορο.
Αυτός ο ερωτοβαμμένος ψίθυρος
ποιητικό remedium
γενέθλια υπενθύμιση της αναγέννησης κι απαντοχή
κι εγώ τήκομαι και χαλκεύομαι
στην πρωινή δροσιά που με ανασταίνει
στο legato της δειλινής ώρας
όταν βάμβακες-νέφη καταπίνουν με αγωνία το πορφυρούν
τραύμα της δύσης.
Είσαι το Ständchen του Schubert μαζί με τ’ ανθισμένα του
δάχτυλα
κι εγώ μια αχνογραμμένη νότα στο πεντάγραμμο.
Παίξε με λίγο.
1 Από το ποίημα «Ο έρωτας κι ο πόλεμος» του Vladimir Mayakovsky (απόδοση: Γιάννης Ρίτσος).
2 Καβαφικῷ τῷ τρόπῳ (Κ.Π. Καβάφης, «Επέστρεφε»).
3 Βλ. το πεζογράφημα «Πεισίστρατος» του Γιώργου Χειμωνά.
*Η Μαρία Γ. Διαμαντοπούλου εργάζεται ως φιλόλογος στον χώρο της εκπαίδευσης. Φιλολογικές μελέτες, λογοτεχνικές κριτικές και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Ποιητική, Πόρφυρας, Νέα Ευθύνη, Κυπριακή Εστία, Ο αναγνώστης, Χάρτης, Fractal, ενώ συμμετέχει με ποίημά της στον συλλογικό τόμο Για τον μεγάλο Gabo. Έλληνες λογοτέχνες τιμούν τη μνήμη του σπουδαίου συγγραφέα Gabriel García Márquez (Έναστρον Εκδόσεις, 2024).
Πηγή: https://www.fractalart.gr/gia-ena-pio-vathy-synaisthima/