Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ!

Αγγελική Κορρέ


Το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς σε πολιτική κρίση – βρίσκεται σε κρίση νοήματος. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά ποιος ορίζει τι σημαίνει ζωή, ηθική, παράδοση, ελευθερία.
Οταν ένα κράτος χρειάζεται να ελέγχει το σώμα για να επιβιώσει, η κρίση του είναι ήδη βαθιά πολιτική. Στο Ιράν, η επιβολή της ηθικής έχει μετατραπεί σε μηχανισμό εξουσίας και η φεμινιστική αντίσταση σε αποκάλυψη των ορίων της. Η σύγχρονη αυτή κρίση στα πάλαι ποτέ χώματα του Φερντοσί και του Ομάρ Καγιάμ, όπως εκδηλώνεται από τα τέλη του 2025 και διατρέχει το 2026, δεν μπορεί να αναλυθεί ως απλή κοινωνική αναταραχή ή ως συγκυριακή πολιτική αστάθεια. Πρόκειται για μια στιγμή απογύμνωσης της εξουσίας, όπου οι μηχανισμοί νομιμοποίησης του κράτους – θρησκευτικοί, νομικοί, ηθικοί – παύουν να λειτουργούν ως αυτονόητοι και εκτίθενται ως ιστορικά και πολιτικά κατασκευάσματα. Η κρίση αυτή αποκαλύπτει μια βαθιά ρήξη μεταξύ κοινωνίας και κράτους, με το γυναικείο σώμα να αναδεικνύεται (και πάλι) σε κεντρικό πεδίο σύγκρουσης.
Το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς σε πολιτική κρίση – βρίσκεται σε κρίση νοήματος. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά ποιος ορίζει τι σημαίνει ζωή, ηθική, παράδοση, ελευθερία. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από την επιδείνωση των υλικών συνθηκών: πληθωρισμός, ανεργία, κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης, κοινωνική ανασφάλεια. Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία οι διαμαρτυρίες μετασχηματίστηκαν σε γενικευμένη πολιτική αμφισβήτηση υποδηλώνει ότι η κρίση δεν είναι αμιγώς οικονομική. Η οικονομία λειτουργεί ως επιφάνεια εκδήλωσης ενός βαθύτερου προβλήματος: της αδυναμίας του κράτους να παράγει συναίνεση.
Η απάντηση της εξουσίας υπήρξε αποκαλυπτική. Η μαζική καταστολή, οι θανατικές καταδίκες με κατηγορίες όπως το moharebeh (όρος του ισλαμικού δικαίου που αποδίδεται ως «πόλεμος κατά του Θεού», αποδιδόμενος σε πράξεις που θεωρούνται σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και τιμωρούνται με τις βαρύτερες ποινές), οι συνοπτικές δίκες και η ποινικοποίηση της δημόσιας παρουσίας δεν αποτελούν απλώς εργαλεία ελέγχου, αλλά τεχνικές επανεγκαθίδρυσης της κυριαρχίας μέσω της τρομοκράτησης.
Το κράτος δεν διαπραγματεύεται, αλλά επιδιώκει να επαναχαράξει τα όρια του επιτρεπτού μέσω της βίας. Στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται το φεμινιστικό ζήτημα. Η ιρανική εξουσία οικοδομήθηκε ιστορικά πάνω στην αυστηρή ρύθμιση της έμφυλης τάξης. Το γυναικείο σώμα δεν είναι μόνο αντικείμενο ελέγχου, αλλά θεμέλιο της κρατικής ηθικής οικονομίας. Η υποχρεωτική ενδυμασία, η επιτήρηση της σεξουαλικότητας και οι περιορισμοί στη δημόσια παρουσία των γυναικών λειτουργούν ως εγγυήσεις ενός συμβολικού καθεστώτος, όπου η κοινωνική σταθερότητα ταυτίζεται με την έμφυλη πειθαρχία.
Η εξέγερση που ξεκίνησε με το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» ανέτρεψε αυτή τη λογική. Η πράξη της δημόσιας ανυπακοής (η αφαίρεση ενός χιτζάμπ, η κατάληψη ενός δρόμου, η συλλογική έκθεση του κορμιού) διέλυσε τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Το σώμα έπαψε να είναι χώρος σιωπής και μετατράπηκε σε φορέα λόγου και πολιτικής πράξης.
Η φουκοϊκή έννοια της βιοεξουσίας επιτρέπει την κατανόηση του βάθους αυτής της σύγκρουσης. Το ιρανικό κράτος δεν περιορίζεται στην άσκηση κυριαρχικής βίας, αλλά επιδιώκει να ρυθμίσει τη ζωή αυτή καθαυτήν. Το χιτζάμπ, οι κώδικες συμπεριφοράς και η επιτήρηση του δημόσιου χώρου αποτελούν βιοπολιτικές τεχνολογίες, μέσω των οποίων το κράτος εγγράφει την εξουσία του πάνω στα σώματα. Η φεμινιστική αντίσταση δεν είναι, συνεπώς, πολιτισμική απόκλιση, αλλά «αντι-βιοπολιτική» πράξη. Αμφισβητεί το δικαίωμα του κράτους να ορίζει ποια σώματα είναι ορατά, ποια επιτρεπτά και ποια «ποινικά» κολάσιμα. Η σύγκρουση δεν αφορά απλώς νόμους, αλλά το ίδιο το καθεστώς παραγωγής της κοινωνικής κανονικότητας.
Η θεωρητική συμβολή της πακιστανής ανθρωπολόγου Σάρα Μαχμούντ (η αναφορά στη Μαχμούντ δεν λειτουργεί εδώ εξισωτικά ή απολογητικά απέναντι στην καταπίεση, αντιθέτως χρησιμεύει για να καταδειχτεί ότι η σημερινή φεμινιστική κινητοποίηση στο Ιράν δεν μπορεί να περιγραφεί ως μορφή δραστικότητας εντός της παράδοσης, αλλά ως ρήξη με την κρατική μονοπώληση της ηθικής – πρόκειται για μετάβαση από την ηθική αυτοπειθάρχηση στη συγκρουσιακή πολιτική πράξη) μας υπενθυμίζει να είμαστε προσεκτικοί απέναντι σε αφηγήσεις χειραφέτησης. Ωστόσο, το ιρανικό φεμινιστικό κίνημα των τελευταίων ετών υπερβαίνει τόσο το σχήμα της παθητικότητας όσο και το σχήμα της δυτικής φιλελεύθερης απελευθέρωσης.
Πρόκειται για μια ενσώματη, συγκρουσιακή και συλλογική μορφή δραστικότητας (με την έννοια του υποκειμενικού πράττειν), η οποία παράγεται εντός αυταρχικών συνθηκών αλλά στρέφεται ευθέως εναντίον τους. Οι γυναίκες στο Ιράν δεν ζητούν απλώς «δικαιώματα». Επαναδιατυπώνουν το ίδιο το νόημα του πολιτικού υποκειμένου. Η φεμινιστική δράση δεν είναι συμπληρωματική της πολιτικής. Είναι ο τόπος όπου η πολιτική επανεφευρίσκεται. Για τη Χάνα Αρεντ, η πολιτική γεννιέται εκεί όπου τα υποκείμενα εμφανίζονται δημόσια, εκθέτοντας τον εαυτό τους στον κίνδυνο.
Οι διαδηλώσεις στο Ιράν συνιστούν τέτοιες στιγμές ριζικής εμφάνισης. Σε ένα καθεστώς που επιχειρεί να εξαφανίσει τον δημόσιο χώρο, η παρουσία των σωμάτων καθίσταται πράξη αντίστασης. Η πολιτική εδώ δεν είναι ένα απλό σύστημα, αλλά γεγονός. Δεν είναι μια «υπόσχεση» για το μέλλον, αλλά ρήξη στο παρόν. Αυτή η διάσταση εξηγεί και τη βιαιότητα της κρατικής απάντησης: το κράτος αναγνωρίζει ότι η ίδια η εμφάνιση των υποκειμένων απειλεί τη συμβολική του κυριαρχία.
Η (πολιτισμική/κοινωνική/θρησκευτική) παράδοση στο Ιράν δεν λειτουργεί ως ζωντανή πολιτισμική κληρονομιά, αλλά ως κρατικό μονοπώλιο ερμηνευτικής. Η εξουσία δεν διασώζει την παράδοση – την παγώνει και τη μετατρέπει σε μηχανισμό πειθαρχίας. Η φεμινιστική κριτική δεν στρέφεται εναντίον της παράδοσης αυτής καθαυτήν, αλλά εναντίον της αυταρχικής ιδιοποίησής της. Για τούτο και η πιθανότητα ισορροπίας μεταξύ παράδοσης και ελευθερίας δεν βρίσκεται στον συμβιβασμό, αλλά στον εκδημοκρατισμό της ερμηνείας. Οταν η παράδοση παύει να επιβάλλεται και αρχίζει να διαπραγματεύεται, μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο καταναγκασμού σε πεδίο νοήματος.
Ενα από τα πιο καθοριστικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης ιρανικής κρίσης είναι η κατάρρευση της πατερναλιστικής αφήγησης της εξουσίας. Το κράτος δεν παρουσιάζεται πλέον ως προστάτης της κοινωνικής τάξης ή της ηθικής συνοχής, αλλά ως μηχανισμός επιβολής που αδυνατεί να πείσει. Η βία, όσο εντατική κι αν είναι, λειτουργεί ως ένδειξη αδυναμίας και όχι ισχύος: υποκαθιστά τη συναίνεση που δεν μπορεί πλέον να παραχθεί. Αυτό που αποσυντίθεται δεν είναι μόνο η πολιτική εμπιστοσύνη, αλλά και η ίδια η σχέση υποκειμένου και εξουσίας. Οι γυναίκες, και ευρύτερα τα κοινωνικά σώματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντίστασης, δεν αποδέχονται πλέον τον ρόλο του «ατελούς» πολιτικού υποκειμένου που χρειάζεται καθοδήγηση. Η φεμινιστική αντίσταση αποκαλύπτει έτσι το όριο κάθε αυταρχικού καθεστώτος: τη στιγμή που τα υποκείμενα παύουν να αναγνωρίζουν την εξουσία ως φορέα νοήματος, η κυριαρχία χάνει το συμβολικό της έρεισμα και επιβιώνει μόνο ως γυμνή καταστολή.
Ετσι, η ιρανική κρίση καταδεικνύει ότι οι κοινωνικές και φεμινιστικές ελευθερίες δεν είναι δευτερεύοντα αιτήματα, αλλά προϋποθέσεις πολιτικού βίου. Η καταστολή του γυναικείου σώματος, όπως προειπώθηκε, δεν είναι παρά σύμπτωμα ενός καθεστώτος που αδυνατεί να ανεχτεί την κοινωνική ποικιλότητα. Η σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και ελευθερίας δεν είναι πολιτισμικό πεπρωμένο. Είναι πολιτική επιλογή, άρα αναστρέψιμη. Η φεμινιστική αντίσταση στο Ιράν αποκαλύπτει ότι ακόμα και υπό συνθήκες ακραίου αυταρχισμού, η ελευθερία μπορεί να εμφανιστεί όχι ως αφηρημένο ιδεώδες, αλλά ως ενσώματη, επικίνδυνη και απολύτως αναγκαία πράξη.

Πηγή: https://www.tovima.gr/print/opinions/metaksy-eleytherias-kai-paradosiscr/