Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

ΤΟ ΑΘΡΟΙΣΜΑ-ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗ!

  • Αναδημοσίευση από το προσωπικό της Facebook

Το άθροισμα

Η μοναξιά σε οδηγεί σαν νήπιο απ' το χέρι
σε ξεναγεί τριγύρω σου, για να σε συνεφέρει.
Σε σπρώχνει να παρατηρείς ανθρώπινες ζωές,
που τόσα χρόνια γύρω σου, δεν πρόσεξες ποτες.
Στην ευτυχία δύσκολα το βλέμμα ξεμακραινει,
μένει πιστό σαν το σκυλί, σε ότι το ευφραινει.
Μα όταν σου φύγει μακριά, το βλέμμα ξεθαρρευει,
ανοίγει τα πορτοφυλλα, κι έξω στον δρόμο βγαίνει.
Κοιτά με μάτια γουρλωτα, ολουθε ένα γύρο,
και σαστισμένο αναφωνεί, "Τί γίνεται τριγύρω;".
Βλέπει ανθρώπους γύρω του να περπατούν σκυφτοί,
δίχως σκοπό και προορισμο κανένα στην ζωή.
Το πέρασμα τους στην ζωή δεν άφησε σημάδι,
μόνοι, πανερμοι προσδοκούν Παράδεισο ή Άδη.
Βλέπει κι αυτούς, που είχανε τ όνειρο για σημαία,
μα το χασαν στο διάβα τους, κι απέμεινε η σημαία
να τους θωρρει απ' την γωνιά τώρα κουρελιασμενη,
κι αυτοί να την κοιταζουνε στα δύο τσακισμένοι.
Τα όνειρα έγιναν καπνός, που τώρα τον φουμαρουν,
πικρή είναι η γεύση του, και δεν τον εγουσταρουν.
Κλείσανε σε χρυσά κλουβιά την πίκρα και τον πόνο,
κι όποτε βγαίνουν απ' αυτά, μάσκες φορουνε μόνο.
Θαρρουν, βλέπεις, οι άμοιροι πως μας εκοροϊδεύουν,
και δεν θωρρουν πως οι ματιές, ποτέ τους δεν λαθευουν.
Λίγοι είναι μόνο οι τυχεροί και οι ευτυχισμένοι,
κι εκείνοι ακόμα, ανάθεμα, αν νιώθουν τί σημαίνει.
Πολλοί ψαχνουνε την χαρά, μα και την ευτυχία
σε πράγματα που τελικά δεν έχουνε αξία.
Κι εκείνη η ερμη δίπλα τους, φτωχή, κακοντυμένη,
ν αναρωτιέται διαρκώς, τί να τους εσυμβαινει...
Μα ξάφνου εκεί, που ολόγυρα το βλέμμα αλητευει,
και το μυαλό λογίζεται κείνο που του συνέβη,
μια λάμψη απ' το παρελθόν, ευθύς το σαιτευει.
Αγαπημένα πρόσωπα και παιδικές φωνές,
γέλια, τραγούδια και χοροί, φτάνουν από το χθες.
Κι εκεί, που Άτι ατίθασο στα δύο του χλιμιντρουσε,
σαν αστραπή το γητεψε, και ήρεμα βοσκούσε.
Πουλάρι τώρα ήμερο, διαβαίνει στα λιβάδια,
και γύρω του στήνουν χορούς, νεράιδες τα βράδια.
Η πίκρα πήρε στο λεπτό την μοναξιά απ' το χέρι,
αμέσως αναγνωρίσε πως σεβασμό εδώ, δεν χαίρει.
Γυρισανε την πλάτη τους και τ' αποχαιρετησαν,
πως νιωθανε παραταιρες, δειλά του ομολογησαν.
Το βλέμμα εγαληνεψε, και τώρα πια το ξέρει,
η ευτυχία είναι εκεί, σιμά. Απλώνει του, το χέρι.
Η ευτυχία είναι στιγμές, κι όσοι κι αν προσπαθήσουν,
μέσα απ' τα φύλλα της καρδιάς δεν θα μπορεσουνε
ποτέ να την εσβήσουν.
Τα μάτια πήρανε φωτιά και φλόγες γύρω βγάζουν,
και περί των ασήμαντων, στιγμή πια δεν τυρβαζουν.
Με τ Απολλώνιο το φως στην κεφαλή γυρίζουν,
σε γνώριμα μέρη από παλιά, τριγύρω κι αλωνιζουν.
Τις μελανές πια τις στιγμές, δεν τις εδιαχωριζουν,
έμαθαν τώρα πια καλά, πως πρέπει να αθροίζουν!

  ΧΣ