- Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Εκπαιδευτικού και Συγγραφέως Δήμητρας Τσεπεντζή (https://stigmeszohs.blogspot.com/2026/03/blog-post.html?)
Ο εκλεκτός φίλος, κ. Γιάννης Σώκος, πολυγραφότατος δημοσιογράφος - επικοινωνιολόγος, έγραψε ένα υπέροχο κριτικό σημείωμα για το ποίημά μου «Πτώματα στιγμών», με το οποίο συμμετείχα, στο πλαίσιο της 3ης Συνάντησης Ποιητών Κιάτου, στην Αρχαία Σικυώνα.
Σας παραθέτω και το ποίημα:
ΠΤΩΜΑΤΑ ΣΤΙΓΜΩΝ
Κοιτάμε ράθυμα το ρολόι,
να κυλήσει η ώρα,
η μέρα τούτη να φύγει,
αυτός ο μήνας,
να έρθει το αύριο, το μεθαύριο,
μια άλλη εβδομάδα…
και πάλι από την αρχή
συνέχεια σε αναμονή...
Πτώματα στιγμών γύρω μας,
ώρες σκοτωμένες,
που εμείς δολοφονήσαμε
προσμένοντας
κάτι δυνατό, μοναδικό
να μας συνταράξει,
μα δεν έρχεται
κι όλο το περιμένουμε…
Γεμίζουμε με σωρούς σκουπιδιών,
πλασαρισμένες τάχα αξίες,
σαν αρχές, σαν ιδανικά, σαν ..., σαν...
Απλοί κι άβουλοι θεατές,
παρακολουθούμε τον σωρό να μεγαλώνει,
να μας πνίγει,
όγκος «σκουπιδιών»
αφιόνια που ναρκώνουν τη σκέψη
θάβουν τις πραγματικές μας ανάγκες,
τα "θέλω" μας, τις προσδοκίες μας...
Πιανόμαστε από λέξεις,
αναζητώντας σωσίβια σωτηρίας στων άλλων τα λόγια,
λες κι αυτοί γεννήθηκαν σοφοί,
ιδανικοί εκφραστές του αλάθητου
και του ορθού!
Καταπλακωμένοι στης ζωής μας τα συντρίμμια
και των άλλων τα περιττώματα
αναζητούμε αέρα καθαρό λύτρωσης,
μα δεν υπάρχει αύριο πια…
Το ποίημα «Πτώματα στιγμών» της Δήμητρας Τσεπεντζή είναι ένα στοχαστικό και υπαρξιακό κείμενο που εξερευνά τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, την αναμονή και τη ματαίωση.
Από την πρώτη κιόλας ματιά ξεχωρίζει ο ευρηματικός τίτλος, μια σύλληψη ιδιαίτερα δυνατή: μέσα σε μόλις δύο λέξεις συμπυκνώνεται μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Οι στιγμές, που κανονικά αποτελούν τη ζωντανή ύλη της ύπαρξης, μετατρέπονται εδώ σε «πτώματα». Η ποιήτρια δεν μιλά απλώς για χαμένες ώρες· μιλά για στιγμές που έχουν νεκρωθεί, που έχουν σκοτωθεί από την αδράνεια, την αναβολή και την παθητικότητα. Η λέξη «πτώματα» λειτουργεί ως ισχυρό ποιητικό σοκ και υπογραμμίζει ότι ο χρόνος δεν χάνεται απλώς — δολοφονείται.
Κεντρικός άξονας του ποιήματος είναι η έννοια του χρόνου και ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος τον βιώνει. Το βλέμμα στρέφεται στο ρολόι – ένα από τα πιο καθημερινά αντικείμενα – το οποίο όμως εδώ μετατρέπεται σε συμβολικό κέντρο της ποιητικής σκέψης. Οι στίχοι ξεκινούν με τη φαινομενικά αθώα στάση του ανθρώπου που κοιτά το ρολόι «ράθυμα», περιμένοντας να περάσει η ώρα, η μέρα, ο μήνας. Μέσα από αυτή τη διαδοχή χρονικών μονάδων η ποιήτρια αποτυπώνει την ανθρώπινη τάση να μεταθέτει συνεχώς τη ζωή στο μέλλον. Το παρόν γίνεται ένας χώρος αναμονής: ζούμε περιμένοντας το αύριο, το μεθαύριο, μια άλλη εβδομάδα — κι έτσι το παρόν χάνεται σιωπηλά.
Είναι εντυπωσιακό ότι όλη η ποιητική ανάπτυξη παραμένει συνεπής στο πλαίσιο του ρολογιού και του χρόνου. Όπως τα κλαδιά ενός δέντρου απλώνονται γύρω από τον κορμό, έτσι και οι εικόνες του ποιήματος απλώνονται γύρω από αυτόν τον βασικό άξονα. Ο κορμός είναι ο χρόνος· τα κλαδιά είναι οι εικόνες της καθημερινότητας, της αναμονής, των «σκοτωμένων ωρών», των συσσωρευμένων ψευδαισθήσεων. Αυτή η εσωτερική συνοχή δίνει στο ποίημα σαφή μορφή και ταυτότητα. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι κάθε εικόνα, όσο διαφορετική κι αν φαίνεται – τα «σκουπίδια», οι «πλασαρισμένες αξίες», τα «σωσίβια λόγια των άλλων» – επιστρέφει τελικά στην ίδια ρίζα: την απώλεια του αυθεντικού χρόνου της ζωής.
Ιδιαίτερη δύναμη αποκτά το ποίημα όταν περνά από την ατομική εμπειρία στην κοινωνική διάσταση. Οι «σωροί σκουπιδιών» και οι «πλασαρισμένες τάχα αξίες» λειτουργούν ως συμβολισμοί μιας εποχής όπου ο άνθρωπος κατακλύζεται από επιφανειακά πρότυπα, έτοιμες ιδέες και ψευδαισθήσεις νοήματος. Ο άνθρωπος μετατρέπεται έτσι σε παθητικό θεατή της ίδιας του της ζωής. Παρακολουθεί την πραγματικότητα να τον καταπλακώνει, χωρίς να αντιδρά, χωρίς να διεκδικεί τον χρόνο που του ανήκει.
Από τεχνική άποψη, το ποίημα αξιοποιεί τον ελεύθερο στίχο με ιδιαίτερη επιτυχία. Η μορφή παραμένει ποιητική, χωρίς να διολισθαίνει σε απλό πεζό λόγο. Οι στίχοι είναι σύντομοι, κοφτοί, με ρυθμό που θυμίζει την κίνηση του δείκτη του ρολογιού: μικρές παύσεις, μικρές ανάσες, που οδηγούν τον αναγνώστη βήμα-βήμα προς την κορύφωση. Η επιλογή αυτή δίνει ένταση στον λόγο και επιτρέπει στις εικόνες να λειτουργούν καθαρά και άμεσα.
Το ποίημα κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο: «μα δεν υπάρχει αύριο πια…». Πρόκειται για έναν στίχο που λειτουργεί σχεδόν σαν υπαρξιακό ξύπνημα. Η ποιήτρια δεν διατυπώνει απλώς μια απαισιόδοξη διαπίστωση· διατυπώνει μια προειδοποίηση. Αν συνεχίσουμε να αναβάλλουμε τη ζωή μας, αν συνεχίσουμε να περιμένουμε το «μοναδικό» που θα μας συγκλονίσει, τότε το αύριο μπορεί πράγματι να μην υπάρξει ποτέ.
Έτσι, το «Πτώματα στιγμών» δεν είναι μόνο ένα ποίημα για τον χρόνο. Είναι μια ποιητική υπενθύμιση της ευθύνης μας απέναντι στη ζωή. Κάθε στιγμή που αφήνουμε να χαθεί γίνεται ένα ακόμη «πτώμα» στον σωρό της ύπαρξης. Και ίσως η μεγαλύτερη αξία του ποιήματος είναι ότι μας καλεί να σταματήσουμε για λίγο μπροστά στο δικό μας ρολόι — και να αναρωτηθούμε αν ζούμε πραγματικά τον χρόνο μας ή αν απλώς τον αφήνουμε να πεθαίνει.
Ο Γιάννης Σώκος είναι δημοσιογράφος-επικοινωνιολόγος. Γεννήθηκε στο Διμηνιό Κορινθίας το 1949. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε στην Αθήνα με γνωστές επιχειρήσεις Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ. Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΑΤΕ Advertising. Ασχολήθηκε με την Πολιτική και Εμπορική Διαφήμιση. Δίδαξε Σεναριογραφία και Δημιουργική Γραφή στο ΕΛΚΕΠΑ (Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας), σε ιδιωτικά και δημόσια ΙΕΚ, καθώς και στο Κέντρο Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας. Έγραψε τηλεοπτικά, κινηματογραφικά, ραδιοφωνικά σενάρια και κείμενα, για την Ελληνική Τηλεόραση, το Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης, Αθηναϊκά και Περιφερειακά ΜΜΕ. Για αρκετά χρόνια διατηρούσε τη χιουμοριστική σελίδα "Αιδώ και τώρα"στην πρώτη ελληνική έκδοση του διεθνούς κυκλοφορίας περιοδικού"Penthouse", αλλά και τη σατιρική, παραπολιτική στήλη "Ωσεί Παρόν" στην εφημερίδα "Το Παρόν της Κυριακής". Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά λόγου και τέχνης, καθώς και σε φιλολογικές σελίδες του ημερήσιου τύπου ("Νέα", "Βραδυνή" κ.α.). Υπήρξε αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού "Ομπρέλα". Έγραψε τα βιβλία: "Μετρώντας τις ώρες σε μια πράσινη επαρχία", "Εκκρεμότητες", "Παρά λίγο ήρωες", "Ιστορίες περιορισμένης ευθύνης", "Εγχειρίδιο για υποψήφιους πρωθυπουργούς", "Στην εποχή των ΔειΝοΤαύρων", "Στην Υπηρεσία της Αυτού Μεγελιότητας", "Maximus Ανθρωπacius", "Ηρακλής αναΜαινόμενος".
Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και αντιπρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Επαρχιακού Τύπου. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και εκ των ιδρυτών της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Μετέχει στο Δ.Σ. της Εταιρίας Κορινθίων Συγγραφέων. Έχει τιμηθεί με βραβεία κι επαίνους.