Δημήτρης Γέρου
φωτ. AP/Alex Brandon
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών και προσωπικά του Τραμπ δεν σηματοδοτεί το τέλος του τραμπισμού ως διεθνές πολιτικό ρεύμα, καθώς οι ιδέες και οι επικοινωνιακές πρακτικές του εξακολουθούν να επηρεάζουν τον δημόσιο λόγο.
Η επικράτηση του Τραμπ το 2024 είχε προσφέρει σε τμήματα της ευρωπαϊκής εθνικιστικής, λαϊκιστικής και ριζοσπαστικής Δεξιάς, πέρα από έναν ισχυρό πολιτικό σύμμαχο και ένα διεθνώς αναγνωρίσιμο σύμβολο πολιτικής επιβεβαίωσης.
Η αντιμεταναστευτική πολιτική, η έμφαση στην εθνική κυριαρχία, η σύγκρουση με τη λεγόμενη woke ατζέντα και η αμφισβήτηση των πολιτικών ελίτ, συγκρότησαν ένα αφήγημα που ξεπερνούσε τα αμερικανικά σύνορα. Η προσωπική επιτυχία του Τραμπ προβαλλόταν ως ένδειξη μιας ευρύτερης ιδεολογικής μετατόπισης της Δύσης.
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών και προσωπικά του Τραμπ στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ωστόσο δεν σηματοδοτεί το τέλος του τραμπισμού ως διεθνές πολιτικό ρεύμα, καθώς οι ιδέες και οι επικοινωνιακές πρακτικές του εξακολουθούν να επηρεάζουν τον δημόσιο λόγο.
Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, εμφανίζονται κάποιες πρώτες διαφοροποιήσεις. Ο Ζορντάν Μπαρντελά στη Γαλλία επισήμανε ότι η δεύτερη θητεία Τραμπ χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη διεθνή παρεμβατικότητα, υπογραμμίζοντας τις οικονομικές συνέπειες της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράν. Η Άλις Βάιντελ στη Γερμανία συνέδεσε ευθέως την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών με την αθέτηση της υπόσχεσης του Τραμπ να αποφύγει στρατιωτικές επεμβάσεις, ενώ ο Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στις διεθνείς συγκρούσεις και στο αυξημένο κόστος ζωής.
Οι τοποθετήσεις αυτές αναδεικνύουν τη δυσκολία διατήρησης μιας ανεπιφύλακτης πολιτικής ταύτισης με ένα πρόσωπο του οποίου η εκλογική επιρροή αμφισβητήθηκε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν συνολική ιδεολογική αποστασιοποίηση από τον τραμπισμό.
Από την οπτική της στρατηγικής επικοινωνίας, η σύνδεση με έναν ισχυρό διεθνή ηγέτη προσδίδει αναγνωρισιμότητα και συμβολικό κύρος, δημιουργεί όμως εξάρτηση από τη δική του δημόσια εικόνα. Το δίλημμα της ευρωπαϊκής Δεξιάς είναι επομένως αν μπορεί να διατηρήσει την ιδεολογική της ταύτιση με τον τραμπισμό, αποκτώντας μεγαλύτερη πολιτική και επικοινωνιακή αυτονομία από τον ίδιο τον Τραμπ.
Η ελληνική Δεξιά και η πολιτική επιρροή του τραμπισμού
Στην Ελλάδα, η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία το 2024 προκάλεσε θετικές αντιδράσεις σε συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς αντιμετωπίζοντάς την ως επιβεβαίωση των δικών τους ιδεολογικών επιλογών.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος παρουσίασε τη νίκη του ως επικράτηση του πατριωτισμού απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Η Αφροδίτη Λατινοπούλου τη συνέδεσε με την απόρριψη της woke ατζέντας και της παράτυπης μετανάστευσης, ενώ ο Δημήτρης Νατσιός αναγνώρισε στο αποτέλεσμα επιβεβαίωση των παραδοσιακών κοινωνικών αξιών.
Πέρα από τις ιδεολογικές συγκλίσεις, ο τραμπισμός απέκτησε μια πρόσθετη λειτουργία στον ελληνικό πολιτικό λόγο, καθώς επέτρεπε την παρουσίαση των πολιτικών θέσεων τους ως τμήματος μιας ευρύτερης διεθνούς δυναμικής. Η εκλογική επιτυχία του Τραμπ μπορούσε έτσι να λειτουργεί ως επιχείρημα πολιτικής επιβεβαίωσης και επικοινωνιακής ενίσχυσης.
Το ζήτημα αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, όπου συνυπάρχουν περισσότερες ιδεολογικές προσεγγίσεις.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει εκφράσει θετικές απόψεις για τον Τραμπ, ενώ ο Μάκης Βορίδης και ο Θάνος Πλεύρης έχουν αναγνωρίσει ή υποστηρίξει συγκλίσεις σε ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και συντηρητικών αξιών. Εκτός ΝΔ πλέον, ο Αντώνης Σαμαράς επίσης δήλωνε ότι έχει «συναντίληψη σε σειρά ζητημάτων» με τον Τραμπ, αναφέροντας το μεταναστευτικό και τη woke ατζέντα.
Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών προσεγγίσεων αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα πολιτικής ταυτότητας. Πώς συνδυάζονται οι ιδεολογικές συγγένειες με πλευρές του τραμπισμού, η δεξιά παράδοση και η θεσμική αντίληψη διακυβέρνησης σε ένα συνεκτικό πολιτικό αφήγημα;
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν αναιρεί αυτές τις συγγένειες ούτε προδικάζει την απήχηση των αντίστοιχων ελληνικών κομμάτων ή πολιτικών. Αμφισβητεί, ωστόσο, την εικόνα μιας διαρκώς ενισχυόμενης διεθνούς επικράτησης του τραμπισμού.
Το επικοινωνιακό αποτύπωμα και το δίλημμα της επόμενης μέρας
Η επιρροή του τραμπισμού αποτυπώνεται σαφέστατα στις πολιτικές θέσεις που διατυπώνονται, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται και επικοινωνείται η πολιτική ταυτότητα.
Ο Τραμπ καθιέρωσε και ανέδειξε σε διεθνές επίπεδο ένα ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο επικοινωνιακό υπόδειγμα, βασισμένο στην προσωποποίηση, στη διαρκή σύγκρουση με το κατεστημένο, στην αντιπαράθεση «λαού» και «ελίτ» και στην απλούστευση σύνθετων πολιτικών ζητημάτων μέσα από ισχυρά διχαστικά μηνύματα.
Η διεθνής επιρροή του προσέδωσε σε αυτό το υπόδειγμα πρόσθετη πολιτική νομιμοποίηση. Για ορισμένες ευρωπαϊκές και ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, η ταύτιση με τον Τραμπ αποτελούσε έκφραση ιδεολογικής συγγένειας, αλλά και τρόπο ένταξης του δικού τους πολιτικού αφηγήματος σε ένα ευρύτερο, φαινομενικά ανερχόμενο διεθνές ρεύμα.
Αυτή ακριβώς η σύνδεση δημιουργεί σήμερα ένα σύνθετο δίλημμα.
Η αποδυνάμωση του Τραμπ μπορεί να περιορίζει τη συμβολική αξία της προσωπικής ταύτισης, χωρίς όμως να αναιρεί την απήχηση των «ιδεών» και των επικοινωνιακών πρακτικών που συνδέθηκαν μαζί του. Άλλωστε, πολλά χαρακτηριστικά αυτού του πολιτικού λόγου προϋπήρχαν και έχουν αποκτήσει αυτοτελή παρουσία στην ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική.
Τώρα αναδεικνύεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην επικοινωνιακή προσαρμογή και στην ιδεολογική μετατόπιση. Η απομάκρυνση από ένα πολιτικό πρόσωπο δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη του αφηγήματός του. Αντίστοιχα, η διατήρηση της αντισυστημικής ρητορικής δεν προϋποθέτει πλέον τη συνεχή επίκληση του Τραμπ.
Η πρόκληση για την Κεντροαριστερά
Η εκλογική ήττα του Τραμπ δημιουργεί παράλληλα ένα νέο πεδίο πολιτικής συζήτησης και πολιτικών ευκαιριών για την ευρωπαϊκή και ελληνική Κεντροαριστερά, καθώς επιτρέπει να επανέλθουν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου ζητήματα που συχνά επισκιάζονται από την πόλωση και τις αντιπαραθέσεις ταυτότητας.
Η οικονομική ανασφάλεια, το κόστος ζωής, οι κοινωνικές ανισότητες, η ποιότητα διακυβέρνησης και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς συνθέτουν μια ατζέντα με ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο. Η αμερικανική εμπειρία αναδεικνύει τη σημασία αυτών των ζητημάτων, χωρίς να προσφέρει ένα ενιαίο πρότυπο που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στην ευρωπαϊκή ή ελληνική πραγματικότητα.
Σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, η νέα συγκυρία αναδεικνύει τη δυνατότητα μετάβασης από μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από την αντίθεση στον τραμπισμό σε μια συζήτηση για συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, κοινωνικές προτεραιότητες και διαφορετικές αντιλήψεις διακυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η σαφήνεια, η αξιοπιστία και η συνέπεια ανάμεσα στον πολιτικό λόγο και στις προτεινόμενες λύσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Για την ελληνική Κεντροαριστερά, η συγκυρία ανοίγει ένα ευρύτερο πεδίο επαναπροσδιορισμού της πολιτικής και επικοινωνιακής παρουσίας της, με επίκεντρο όσα αμφισβητεί, αλλά κυρίως όσα προτείνει για το μέλλον της χώρας.
Η ευκαιρία βρίσκεται στη δυνατότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα η αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων προγραμμάτων, πολιτικών επιλογών και αξιόπιστων προσώπων.
*Ο Δημήτρης Γέρου είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας
Πηγή: https://www.tovima.gr/2026/11/06/opinions/ti-apomenei-apo-ton-trampismo-otan-o-tramp-xanei/