"Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο..."
«Το καλοκαίρι του '51 που η τύχη το 'φερε να ζήσω για δεύτερη φορά κοντά στον Picasso (στη Γαλλία). Ο Picasso με το παράδειγμά του, μ' έβγαλε από πολλά συμπλέγματα, κυρίως από τη δυσκολία συναρμογής ανάμεσα στο Δυτικό και το Ανατολικό πνεύμα. Ο Picasso ήταν σχεδόν ένας αρχαίος Έλληνας κοντά μου. Μισόγυμνος, γεροδεμένος, μαυρισμένος από τον ήλιο, κατοικούσε, στο πείσμα των εκατομμυρίων του, σ' ένα μικρό ταπεινό σπιτάκι του Vallauris, απ' αυτά που θυμίζουν τα δικά μας τα νησιώτικα. Κυκλοφορούσε μ' ένα βρακί, ζωγράφιζε, κατέβαινε στο Golf-Juan μπάνιο, έτρωγε τον περίδρομο, κι έπεφτε με τα τέσσερα, για να κάνει το αλογάκι στην Paloma, το μικρό του τότε κοριτσάκι. Την αίσθηση που οι Έλληνες είχανε απαρνηθεί – του ήλιου και του έρωτα στην πρώτη, στην αρχική τους σημασία -, την ασκούσε σαν παλιός μυθικός βασιλιάς που το μεγαλείο του δεν βρίσκεται στην ισχύ και στην εξουσία, αλλά στις απλές κι άνετες χειρονομίες του. [...]

null
(Ο. Ελύτης, "Το χρονικό μιας δεκαετίας"- " Ανοιχτά χαρτιά", Ίκαρος)
______________
Απόσπασμα από το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη «Ωδή στον Picasso»
Ι. […] Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά
ή κυλιέται χαμηλά και ψιθυρίζει λόγια αγάπης
Λόγια που ό, τι κι αν πουν δε λένε ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δύο στοιχεία ο κόσμος- δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό- κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο
του ανθρώπου μοιάζουν
Juego de luna arena- σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα- εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο ή τον Έρωτα
Ίδια γυμνούς κι ανυπεράσπιστους κάτω
από τα τρομερά ρουθούνια του Βοριά
γιατί έτσι μόνο υπάρχεις […]
II. […]
Τα μεγάλα μαύρα σου μάτια ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν
τον τραχύ λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων…
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά
η μαγνητική βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στο χυτήριο
Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica
ΙΙΙ. […]
Την ώρα που εσύ θηρίο/ Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στα αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός
μέσα σ’ ένα εκατομμύριο στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλο σου σαν να τραγουδάς
Σαν να χαϊδεύεις λύκους ή να καταπίνεις πυρκαγιές
Σαν να πλαγιάζεις νύχτα μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σαν να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού
Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε
Πικασσό Παύλε αρπάζεις το Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις
Λουλούδια ζώα φιλιά ευωδιές κοπριές κοτρόνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση
της γης που μας έφερε και θα μας πάρει
Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα που πέρασαν που περνούν
και που θα περάσουν.
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος)
Πηγή: https://www.lifo.gr/


