Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ ΜΑΝΝΑ (ΔΗΜ. Π. ΜΙΧΕΛΗΣ)

 

Η γιορτή της Αγρότισσας Μάνας έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ και γιορτάζετε στις 15 Οκτωβρίου. Μάνα, έννοια ιερή. Μία ευκαιρία να εκφράσουμε στη γυναίκα που μας έδωσε τη ζωή και μας φρόντισε, την αγάπη και το σεβασμό μας. Λίγα λουλούδια, ένα χαμόγελο, ένα φιλί και ένα απλό «ευχαριστώ», μπορεί να είναι λίγα για να χωρέσουν την ευγνωμοσύνη μας για όλα όσα μας προσφέρει. Είναι όμως αρκετά για να την κάνουν ευτυχισμένη.
Από τα πρώτα χρόνια που ο άνθρωπος ξεκίνησε να καλλιεργεί τη γη, η συμβολή της γυναίκας ήταν σημαντική, αφού και η ίδια συμμετείχε ενεργά στις γεωργικές ασχολίες. Η γενιά μας αλλά και οι προηγούμενες γενιές είναι μεγαλωμένες από αγρότισσες ΜΑΝΑΔΕΣ. Η μικρή αναφορά μας είναι ελάχιστος φόρος τιμής για το τεράστιο έργο της στη ΓΗ, στην ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, στην ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Γυναίκες λεβεντόκορμες, γυναίκες φτιαγμένες από πέτρα και χώμα που κρατούσαν με τα ροζιασμένα χέρια τους το αλέτρι. Με αυτό όργωναν τη φτώχια τους, με αυτό έπλαθαν τα όνειρά τους. Μαχητής της ζωής και στυλοβάτης της οικογένειας, πρωταγωνιστής της ζωής. ΜΑΝΑ ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ, κουρασμένη, πεινασμένη. Υποκλινόμαστε μπροστά στο ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ.
Η αγρότισσα μάνα ήταν, είναι και θα είναι ξεχωριστή για το παιδί, τον έφηβο, τον ενήλικα. Και αυτή η μέρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ευκαιρία για να την τιμήσουμε και να της δείξουμε πόσο πολύ την αγαπάμε.
Xέρια ροζιασμένα απ’ τις δουλειές. Πρόσωπο χαρακωμένο κι ας μην είχε περάσει τα σαράντα. Οι ρυτίδες ίδιες λαμπερές ηλιαχτίδες ξεκινούσαν απ’ τα ολοφώτεινα μάτια της, στεφάνωναν το γλυκό πρόσωπό της και σκόρπιζαν ολόγυρα καλοσύνη, αγάπη, ομορφιά.
Αχάραγα ξεκινούσε για τις δουλειές στα χωράφια και γυρνούσε στο χωριό, μετά το χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού, λίγο πριν σουρουπώσει. Πάντα θα είχε βρει κάτι να ζαλωθεί. Αν όχι τίποτε άλλο λίγα ξύλα για το τζάκι. Απαραίτητα για ζεστασιά το χειμώνα και για μαγείρεμα όλο το χρόνο
Στη μπροστοποδιά της, που γύριζε τις άκρες της και τις έδενε στη μέση σχηματίζοντας σακούλα, θα είχε πάντα κάποιο σύκο, κάποιο αχλάδι, κάποιο σταφύλι για τα παιδιά.
Ακουμπούσε στο πεζούλι της αυλόπορτας για να ξεζαλωθεί. Nα μπει στο φτωχικό σπιτάκι, να βγάλει την μπόλια απ’ το κεφάλι της και να ρίξει μια χούφτα νερό στο κουρασμένο πρόσωπό της. Nα κάνει το σταυρό της ευχαριστώντας το Θεό, που πήγε καλά η μέρα κι αμέσως μετά ν’ αρχίσει τις δουλειές του σπιτιού. Στο βραδινό τραπέζι όταν έβλεπε όλη την οικογένεια γύρω της, με το «γέρο» της στην κεφαλή του σοφρά, απλωνόταν στο κουρασμένο πρόσωπό της μια απέραντη γαλήνη, που την έκανε ίδια Παναγιά.
Για να κερδίζει χρόνο ζύμωνε πάντα νύχτα και φούρνιζε ξημερώματα. Βέβαια με τις δουλειές του σπιτιού ασχολούταν λίγο και κυρίως όταν ο χρόνος ή ο καιρός δεν επέτρεπαν δουλειές στα χωράφια που ήταν τόσο πολλές, βότανο, θέρος, αλώνι, αμπέλι. Μάζευε και το τελευταίο στάχυ στο θέρο. Τίποτα δεν έπρεπε να πάει χαμένο. Δεν υπήρχε περιθώριο για απώλειες. Οι ανάγκες μεγάλες.
Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τις εξωτερικές δουλειές καθόταν στον αργαλειό να υφάνει προικιά για τις κοπέλες.
Tα Σάββατα γινόταν εμπόρισσα στο παζάρι της Ανδρίτσαινας. Άπλωνε την πραμάτεια της, λίγες μυζηθρούλες από τα λιγοστά προβατάκια της, λίγα ξερά σύκα και το καλοκαίρι σταφύλια και σύκα νωπά, λίγη ρίγανη που μάζευε με πολύ κόπο. Mε τις εισπράξεις ψώνιζε για το σπίτι. Λίγο ρύζι. Λίγα μακαρόνια και κανένα φύλλο μπακαλιάρο καμιά φορά.
Ακόμη φρόντιζε πάντα να φυλάει στην άκρη της μπόλιας της (ποδιά) λίγες δραχμούλες για να τις δώσει, στο παιδί της που σπούδαζε στο Γυμνάσιο της Aνδρίτσαινας. Nα μάθει γράμματα το παιδί. Nα ζήσει καλύτερα απ’ αυτήν.
Tο «παιδί» έμαθε κάποια γράμματα. Γέρασε. Έκανε και κείνο παιδιά. Δεν ξέχασε όμως ποτέ τη μάνα του. Που είναι η μάνα σου, η μάνα μου. H μάνα μας η Λυνιστιάνα.
Γυναίκες θα περάσουν αρκετές. Η γυναίκα που θα σε αγαπάει ακόμα και πριν σε συναντήσει, θα θυσιαστεί για σένα, θα κλάψει και θα χαρεί μαζί σου, θα είσαι η μεγαλύτερη αγάπη της, πάντα θα σε αγαπάει και ποτέ δεν θα σε προδώσει και θα σε αγαπάει περισσότερο από τη ζωή της.
Υπάρχει μόνο μία γυναίκα ικανή να κάνει όλα αυτά, Η ΜΑΝΑ σου!
«Θυμήσου την μια στιγμή να σε νοιάζεται.
Θυμήσου ένα λόγο της που σ έμαθε κάτι σπουδαίο για τη ζωή.
Θυμήσου και το πιο όμορφο χαμόγελο της.
Κράτησέ τα σαν φυλαχτό και κείνη θα ζει μαζί σου.
Αν γυρίσεις πίσω τη ζωή σου θα υπάρχει σε κάθε γωνιά.
Θα τη θυμηθείς να ξενυχτά στο προσκεφάλι σου και να έχει το χέρι της στο μέτωπό σου.
Θα τη θυμηθείς με ένα φωτεινό χαμόγελο και τα χέρια ανοιχτά να τρέχεις να σ’ αγκαλιάσει.
Κάνε όλα τούτα φυλαχτό στο νου σου και όταν λες << Μάνα >> θα έρχονται στη σκέψη σου αυτές οι εικόνες.>>¨
Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες του κόσμου και κυρίως στις Μανάδες αυτές που μεγαλώνουν η μεγάλωσαν, πολλά παιδιά με τις στερήσεις και την κακουχίες, είτε στο χωριό, είτε στην πολιτεία, εκτός από ηρωίδες, αποτελούν πρότυπο και μάθημα ζωής για τις νέες Μανάδες διότι η ζωή ποτέ μα ποτέ δεν ξέρεις πώς θα τα φέρει..!!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΜΙΧΕΛΗΣ

Πηγή: https://lynistaina.wordpress.com/