Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Η ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ!

Γιαννούλης Χαλεπάς (24 Αυγούστου 1851 - 15 Σεπτεμβρίου 1938)

Του Απόστολου Θηβαίου // *


Προσευχή για τον Γιαννούλη Χαλεπά

Όντα της φυγής, όπως τα κατονόμασε ο Μ. Προυστ, άνθρωποι που ‘χουν πεπρωμένο την καταδρομή και τη διαφυγή από τις κοινές δράσεις της ζωής. Ποίηση και ελληνικότητα, το στοιχείο της συνείδησης και τ’ όραμα που χαρίζεται στους μύστες. Μορφές που έμελε να ζήσουν έξω και πέρα από τον κόσμο, επιφορτισμένες με την αέναη μετάφραση του κόσμου, των όρων, των μυστικών του που τείνουν να γίνονται μαρτυρίες για ψυχές σπασμένες, για πνεύματα που ζουν με το φως και από το φως ετούτου του τόπου, κάθε τόπου, κάθε εποχής και ιστορικής συγκυρίας. Μορφές γεννημένες μες στις σκιές, κρυμμένα νερά στα φιλιατρά της εξοχής που αναπαράγουν το φεγγάρι και τις λεπτές αποχρώσεις του κόσμου. Φέρουν το σπάνιο τάλαντο της ερμηνείας των ανθρώπων και των πραγμάτων μέσα από τα πρίσματα τα πιο φυσικά, τα ανόθευτα, τα ιδανικά. Σχήμα τους το σχήμα σου.
Μικρά παιδιά, μεγάλα σαν παράπονα όπως τα ζωγράφισε στους ομιλούντες καμβάδες του ο Νικόλαος Κάλλας. Άνθρωποι πλασμένοι να νιώσουν τη σπαραχτική φωνή του τρυγονιού, που δεν δοκίμασαν ποτέ το μέλι και το γάλα και όμως είχαν να πουν ένα τραγούδι καθαρό και εξαγνισμένο, προικισμένο μ’ όλα τα περασμένα οράματα, τις μικρές σταυρώσεις και τα μαρτύρια της νύχτας.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς συνιστά εκείνο το ζωγραφικό ισοδύναμο ποιητών όπως Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου και ο Αλέξης Τραϊανός. Ένας δημιουργός που αναβιώνει στην εποχή του τον ευαγγελισμό της ζωής. Η μοναξιά του μονάχα μεγάλη και απροσπέλαστη, σχεδόν ακάθεχτη βασανίζει την ζωή του. Στα χείλη του το μαρτυρικό πιστεύω του μεταγενέστερου Νίκου Καρούζου, μοίρα του η αιώνια χειρονομία, το λαμπρό αντίδωρο στον τόπο και τους ανθρώπους του. Τα γλυπτά του φέρουν κάτι από τις γραμμές των μεγάλων εκπροσώπων, αντανακλούν όλες τις αρχές του Ροντέν, τις τρεις διαστάσεις, τη φυσική και την νευρώδη στατικότητα, τον κεραυνό που ανατρέφει τις ιδέες πολύ βαθιά στα πνεύματα. Ο ταραγμένος βίος του, τα έργα που χάθηκαν την ώρα που ξυπνούν οι δαίμονες, όπως συνέβη στις όχθες του Σηκουάνα όταν ο Αμαντέο χάνει την πίστη του για να την κερδίσει ακέραια, τότε και τώρα και για πάντα, καθώς αρμόζει στις ψυχές τις πιο σπηλαιώδεις. Από το βάθος της μικρής του κάμαρης στην Τήνο ως τα χρόνια της δοκιμασίας στην Αθήνα του νεοκλασικού επαρχιωτισμού πασχίζει να μερέψει την κούραση για την ζωή, την πείνα για τ’ όνειρο. Στο μικρό, νεοελληνικό αλώνι καλλιεργεί με κόπο, με αυταπάρνηση την τέχνη του. Και αντικρίζει τον άλλον δρόμο, που δεν τον διαβαίνουν οι θνητοί υψώνοντας μια προσευχή για το αίνιγμα, για το αίτημα του χαμένου προορισμού. Δεν συνιστά μια απλή πορεία ζωής ο βίος του Χαλεπά. Οι δρόμοι του φαντάζουν νυκταγωγοί, λίγοι και αταίριαστοι φθάνουν από το βάθος της πλαστικότητας.
Η μικρή του Κοιμωμένη, εδώ και δεκαετίες κοιμωμένη στέκει σαν μέτρο στη ζωή μας. Μέτρο της ομορφιάς που ‘χει το κορμί στον ύστατο σπασμό του, φόρμα και σχήμα της απατηλής και ωραιότατης συνόδου. Δεν συνιστούν ρωπογραφίες τα έργα του, αφού καινούριος ο έρωτας σκύβει και φιλά τα χέρια της ιέρειας. ‘Ένας έρωτας που όλο αρχινά ως να ανασηκωθεί και να βαδίσει η ωραία Κοιμωμένη τ’ αρχαία μονοπάτια. Μια άνοιξη για να πληγώνει με τις εφήμερες και αμετάφραστες σημασίες της. Τα μάτια της Κοιμωμένης δεν θ΄αλλάξουν, είναι φανάρια μονότονα και των αγαλμάτων τα βλέμματα. Μονάχα ο τρόπος που κοιτάζουμε εντός της και μόνο τα πρόσωπά μας κοιτούν από μια μεγαλύτερη απόσταση το ύψιστο συντελεσμένο. Πού κρύφτηκαν τα λόγια της; Πώς δεν ακούγεται η φωνή της αφού ανήκει στους ζωντανούς, ποιος άνεμος χτυπά, ποιες χορδές ώσπου να γεννηθεί το αμίμητο, το μετρικό μας μέγεθος. Τα χέρια του Γιαννούλη Χαλεπά είναι από δάκρυα. Δεν ήταν πλασμένη για νεκρή, μόνο κορίτσι έτοιμο για τους λωτούς.
Τέτοια κορίτσια θα ‘χε στο νου του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος όταν έγραφε για ερειπωμένες καλλονές του νότου. Τέτοια κορίτσια που θηλάζουν τον καιρό και καταποντίστηκαν για να κατορθώσουν να υπάρξουν μέσα απ’ την νεκρή ζωή των υλικών. Δεν συνιστά πράξη μεγαλειώδη η τέχνη του Γιαννούλη Χαλεπά. Το νυχτωμένο του κορίτσι, πρώτο στον θάνατο και την ομορφιά, ανάγλυφο και σκαλιστό σαν της ομορφιάς τα πρακτικά, Ο ύπνος που πιάστηκε απ’ τα μαλλιά και έγινε στίχος στις προσευχές του Τίτου Πατρίκιου στέκει στο πλάι της ωραίας Κοιμωμένης. Της μιλά για την δροσιά που σπάει, για τη σολωμική Λαμπρότητα, της εμπιστεύεται τα σύνεργά του, τα απαράλλαχτα φώτα της Αθήνας που διατρέχει τις νεοκλασικές δεκαετίες. Της δείχνει το σημείο της σιωπής και εκείνη φθάνει ξανά απ’ τον δικό της μυστικό δρόμο με δίχως πρόσωπο, με δίχως σώμα, με την άγουρη ζωή και τον πολύ τον θάνατό της.
Για αυτό και για όλα δεν ειπώθηκαν ως τώρα, για αυτό θέλω να σκύψω στους ασάμινθους, να λούσω τα πέτρινά σου μέλη, μες στα νερά που ‘ναι το αγίασμα του κόσμου ετούτου, να φανεί το γόνατό σου που λικνίζεται και το πεσμένο σου χεράκι με τ’ άνθος και όσα ποτέ δεν θα χαριστούν. Να γεύομαι τον αριθμό σου τον πληθυντικό, πρώτο σε σημασίες και μυστήρια και θαύματα. Σε συλλογιέμαι νύχτες ολόκληρες πλάι στο παράθυρο του σπιτιού σου που αιωρείται. Σε συλλογίζομαι μες την αθανασία σου, ολόχρυσο, κερδισμένο πουλί που άλλο απ’ την ζωή δεν ζήτησε. Κοιτώ εντός σου το μικρό, το μέγα δόσιμο, ρόδο μου αμάραντο, πιερρικό.

* Ο Απόστολος Θηβαίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Απασχολείται στον τραπεζικό τομέα. Κείμενά του δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Γυρεύει εναγωνίως κάτι απ’ τη φωνή του.

Πηγή: https://www.fractalart.gr/i-pio-oraia-koimomeni/