Επιμέλεια: Δήμητρα Ντζαδήμα //
Ο Κώστας Μόντης (1914–2004) αποτελεί μία από τις κεντρικές μορφές της σύγχρονης κυπριακής ποίησης. Το έργο του χαρακτηρίζεται από λιτότητα, ηθική σοβαρότητα και έντονη υπαρξιακή αγωνία, που συχνά διασταυρώνεται με την ιστορική εμπειρία της Κύπρου. Μακριά από ρητορικές εξάρσεις και ιδεολογικούς στόμφους, ο Μόντης αναζητεί έναν λόγο χαμηλόφωνο αλλά βαθιά συνειδητοποιημένο, όπου η προσωπική φωνή μετατρέπεται σε συλλογική μαρτυρία. Τα Τρία γράμματα στη μητέρα αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα αυτής της ποιητικής στάσης.

Τα Τρία γράμματα στη μητέρα συνιστούν μια συνεκτική τριλογία ποιημάτων που αναπτύσσουν μια βαθιά υπαρξιακή και ιστορική διήγηση για τον τόπο και τον άνθρωπο. Το πρώτο γράμμα, γραμμένο και εκδομένο το 1965, διαπραγματεύεται την απογοήτευση και την ανασφάλεια μετά τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959, με τον ποιητή να καταγράφει την αίσθηση απώλειας και διάψευσης των προσδοκιών που γέννησε η ιστορική εμπειρία.
Το δεύτερο γράμμα, δημοσιευμένο το 1972, αναφέρεται στην όξυνση της κρίσης και στον μετασχηματισμό της συλλογικής μνήμης σε προσωπική αγωνία· οι εικόνες του συσσωρευμένου πόνου και της ηττοπάθειας αντικατοπτρίζουν το βάρος της ιστορικής συνεχούς αποτυχίας.
Το τρίτο γράμμα, που εμφανίζεται το 1980, κορυφώνει αυτή την πορεία με μια δραματική αναστροφή: η ελπίδα σωτηρίας μέσα από την «Ελλάδα» αποδεικνύεται ψευδής υπόσχεση, και η επώδυνη εμπειρία των γεγονότων του 1974 μετασχηματίζεται σε καθολική διάψευση συλλογικών μύθων. Eδώ ο Μόντης οργανώνει το ποίημα γύρω από την έννοια της συλλογικής αναμονής, η οποία εκφράζεται μέσω της επίμονης επανάληψης του «Την περιμέναμε». Η αναμονή αυτή δεν είναι αφηρημένη, αλλά τοποθετημένη σε συγκεκριμένα γεωγραφικά και ιστορικά σημεία της Κύπρου, τα οποία μετατρέπονται σε μάρτυρες μιας τραυματικής εμπειρίας. Η δραματική ανατροπή του ποιήματος κορυφώνεται με την αποκάλυψη του ψεύδους, το οποίο διαχέεται καθολικά: δεν διαψεύδεται μόνο η πολιτική υπόσχεση, αλλά ολόκληρο το αξιακό σύστημα που τη στήριξε. Η επανάληψη της λέξης «ψέμα» ακυρώνει όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και τους φορείς της εθνικής παιδείας («δάσκαλοι», «εγχειρίδια»), εκθέτοντας τη συνενοχή της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση ψευδαισθήσεων. Η καταληκτική δήλωση «Δεν κάνω ποίηση, μητέρα, / έχω αντίγραφα» λειτουργεί ως ηθική και αισθητική θέση: ο ποιητής αποσύρει κάθε διεκδίκηση λογοτεχνικής κατασκευής και παρουσιάζει το ποίημα ως τεκμήριο βιωμένης αλήθειας. Έτσι, υπερβαίνει τον θρήνο και μετατρέπεται σε πράξη μνήμης και ευθύνης, όπου η ποίηση ταυτίζεται με την αδυσώπητη μαρτυρία.
Τρίτο γράμμα στη μητέρα μου
ην περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.
Πηγή: https://www.fractalart.gr/trito-gramma-sti-mitera-kostas-montis/