Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ; ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ!

   Τάκης Θεοδωρόπουλος

Διαβάζω αυτόν τον καιρό τους «Εμπόρους των Εθνών» του Παπαδιαμάντη. Θα μου πείτε, περίμενες να φτάσεις σ’ αυτήν την ηλικία για να το διαβάσεις; Το είχα ξαναδιαβάσει στα νιάτα μου, όμως δεν θυμόμουν τίποτε. Και τώρα που το ξαναβρίσκω είναι σαν να το διαβάζω για πρώτη φορά. Ιστορικό μυθιστόρημα με υπόθεση που διαδραματίζεται στις αρχές του 13ου αιώνα και την επικράτηση της Ενετοκρατίας στα Επτάνησα. Θα μου πείτε επίσης ότι η συγγραφική μεγαλοφυΐα του Παπαδιαμάντη αναδεικνύεται στα μικρά του κείμενα. Όμως και τα μεγάλα του μυθιστορήματα, όπως «Οι έμποροι των Εθνών» και η «Γυφτοπούλα», έχουν τη σημασία τους. Και δεν θα μιλήσω για τη μουσική της φράσης και την αξεπέραστη γοητεία της. Με ενδιαφέρει περισσότερο η συγγραφική πρόθεση, αυτή που προγραμματίζει τη χειρονομία του έργου. Ο Παπαδιαμάντης μπορεί να έψελνε στον Αγιο Ελισσαίο, όμως όταν συμπεριφερόταν ως δημιουργός συνομιλούσε με τον κόσμο της εποχής του. Και η εποχή του έχει αναδείξει σε κυρίαρχη μορφή τέχνης το μυθιστόρημα, την κατεξοχήν ευρωπαϊκή τέχνη. Ο Παπαδιαμάντης από την πρώτη στιγμή συνομιλεί με το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Αυτό «ζηλεύει» και από τις τροπές του αντλεί τους δικούς του αφηγηματικούς τρόπους. Και γι’ αυτό δεν είναι παθητικός ηθογράφος του δικού του περιβάλλοντος. Παλεύει να δώσει στον μικρόκοσμο της μικρής κοινότητας την ψυχολογική ευρύτητα που δίνει ο Μπαλζάκ στο Παρίσι του. Το αριστούργημά του, «Η φόνισσα», μετατρέπει το μικρό νησί σε τραγική σκηνή. 
Γιατί να αναφερθώ στον Παπαδιαμάντη σε ένα σημείωμα του τέλους Ιανουαρίου του 2023, ενώ προετοιμαζόμαστε για μια προεκλογική περίοδο που μας έχει κουράσει πριν ακόμη αρχίσει; Ας μη γελιόμαστε. Αυτή η κούραση είναι πολύ πιο επικίνδυνη για τη δημοκρατία από τις παρακολουθήσεις ή τις σακούλες με τα πενηντάρικα που περιφέρονται από γραφείο σε γραφείο. Και γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη, διότι δεν αφορά μόνον την Ελλάδα. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι κουρασμένη από τη δημοκρατία της. Είναι κουρασμένη από τους πολιτικούς της, που και αυτοί με τη σειρά τους είναι κουρασμένοι από τις μακρόσυρτες συνεδριάσεις και τις αργόστροφες αποφάσεις τους. Ποια πολιτική, και ποιοι πολιτικοί μπορούν να εμπνεύσουν σήμερα τις κοινωνίες τους; Ίσως μόνον οι ακραίοι λαϊκιστές, όμως κι αυτοί προκαλούν σπασμούς σ’ ένα σώμα που έχει βαρεθεί την ίδια του την ανία. Οι εξάρσεις που προκαλούν είναι περιστασιακές και δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν το πολιτισμικό υπόβαθρο, αυτό που οδήγησε στην αυτοκριτική τον Μονέ. «Αν ξανάρχιζα την Ευρώπη θα ξεκινούσα απ’ τον πολιτισμό και όχι απ’ την οικονομία». 
Επανέρχομαι στον Παπαδιαμάντη. Στη δεκαετία του ογδόντα χρησιμοποιήθηκε ως σημαιοφόρος ενός ελληνισμού που ήταν ξένος προς την Ευρώπη. Η ελληνική «ψυχή» του δεν μπορούσε να εγκλωβιστεί σε κανόνες, που γι’ αυτήν ήταν στενός κορσές. Παραγνωρίζοντας ότι ο ίδιος σεβάστηκε αυτούς τους κανόνες για να δημιουργήσει το έργο του. Είναι ο πρώτος που μου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσα κάποιους πανεπιστημιακούς να αναρωτιούνται αν «Μένουμε Ευρώπη». Ασχολήθηκα σε προηγούμενο σημείωμά μου με τον πολιτικό αναχρονισμό του προβληματισμού. Και πιστεύω πως ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε και με την ουσία του ερωτήματος. Και η ουσία του ερωτήματος είναι οι σχέσεις του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού με τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μόλις το Έθνος άνοιξε τα βρεφικά του ματάκια και αντίκρισε τον κόσμο γύρω του, είπε: «Σ’ αυτούς θέλω να μοιάσω». «Σαν κι αυτούς θέλω να γίνω». Η ένταξή μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς που πέτυχε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τη δεκαετία του εβδομήντα μπορεί να είχε άμεσο οικονομικό ή πολιτικό αντίκρισμα. Ήταν όμως το αποτέλεσμα γενιών ολόκληρων, που δημιούργησαν και όργωσαν το πολιτισμικό μας υπόβαθρο για να επιτευχθεί. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ονόματα και έργα. Ο κατάλογος είναι μακρύς. 
Οι ελίτ μας πάσχουν από επαγγελματική διαστροφή. Οι συνταγματολόγοι θεωρούν ότι αρχή και τέλος της κοινωνίας είναι οι θεσμοί, οι οικονομολόγοι η οικονομία και οι πολιτικοί οι εκλογές. Το είχε γράψει ο Αξελός: «Γιατί οι Εβραίοι άκουσαν τους προφήτες τους κι εμείς οι Έλληνες δεν ακούσαμε τους ποιητές μας;». Η καχεκτική μας εκπαίδευση, υπόδουλη της πολιτικής, φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης. Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί «Μένουμε Ευρώπη», ας ξαναρχίσουμε απ’ τους ποιητές μας, τους ζωγράφους μας, τους μουσικούς μας, τους πεζογράφους μας. Όπως και η Ευρώπη, αν θέλει να καταλάβει γιατί είναι Ευρώπη, ας στραφεί στο πολιτισμικό της κεφάλαιο.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/