Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΣΚΑ!

γυναίκα εμφανίζει τα συναισθήματα πίσω από τη μάσκα της και τα συναισθήματα στα μάτια
Τα συναισθήματα είναι επεισοδιακές, βραχύβιες και βιολογικά θεμελιωμένες δομές αντίληψης, εμπειρίας, φυσιολογίας, δράσης και επικοινωνίας, που συμβαίνουν ως αντίδραση σε συγκεκριμένες σωματικές και κοινωνικές προκλήσεις και ευκαιρίες.
Σύμφωνα με την εξελικτική άποψη, τα συναισθήματα αποτελούν γενετικά κωδικοποιημένα προγράμματα που ενεργοποιούνται από ερεθίσματα ή γεγονότα τα οποία είναι εξελικτικά αναγνωρίσιμα. Σκοπό έχουν να συντονίσουν τις σωματικές λειτουργίες, την αντίληψη, τα εννοιολογικά πλαίσια και τις οργανικές αντιδράσεις. Φαίνεται να έχουν την ίδια λειτουργία που είχαν στο παρελθόν και η παρούσα δομή τους διαμορφώθηκε μέσα από τη διαρκή προσπάθεια του ατόμου να επιλύσει σειρά προβλημάτων που τίθενται από το περιβάλλον.
Το 1806 ο Βρετανός φυσιολόγος Sir Charles Bell (1774 – 1842) έγραψε ένα βιβλίο σχετικά με τα συναισθήματα και τις εκφράσεις του προσώπου (Essays on the Anatomy of Expression in Painting), από το οποίο ο Δαρβίνος άντλησε πολλές πληροφορίες για τη συγγραφή του δικού του βιβλίου.
Σε αυτό το βιβλίο o Bell έγραφε ότι ο πλέον σημαντικός μυς του ανθρώπινου προσώπου είναι ο επισκύνιος μυς ο οποίος «συνενώνει τα φρύδια με τέτοιο τρόπο ώστε είναι σαν να αποδίδει τη σκέψη του νου». Αργότερα βρέθηκε ότι η χαρά, η έκπληξη και η αηδία αναγνωρίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στο άνω μέρος του προσώπου, η λύπη και ο φόβος στο κάτω μέρος του προσώ­που και ο θυμός αναγνωρίζεται στον ίδιο βαθμό και από τα δύο αυτά μέρη (Bassili, 1979).
Από το 1872, στο γνωστό βιβλίο του ο Δαρβίνος ανέφερε ότι τα παιδιά που γεννώνται τυφλά δείχνουν στο πρόσωπό τους εκδηλώσεις συναισθημάτων, παρόμοια με αυτά που δεν είναι τυφλά. Πολύ αργότερα, ζητήθηκε από 118 φυσιολογικά παιδιά 4-15 ετών να δείξουν χαρούμενα, λυπημένα, θυμωμένα και τρομαγμένα, και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αυτά 50 εκ γενετής τυφλών παιδιών, ίδιας ηλικίας και νοημοσύνης, από τα οποία ζητήθηκε επίσης η ίδια διαδικασία. Και οι δυο ομάδες έδειξαν ίδια πρότυπα συναισθηματικής ανταπόκρισης Fulcher, 1942).
Στο βιβλίο «Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα» (1872), ο Δαρβίνος σημειώνει για το κλάμα: Οι επισκύνιοι (corrugatores supercilii) μύες φαίνεται πώς είναι οι πρώτοι μύες που συσπώνται και αυτοί τραβούν τα φρύδια προς τα κάτω και προς τα μέσα, προς τη βάση της μύτης… Οι κυκλοτερείς μύες συσπώνται σχεδόν ταυτόχρονα με τους επισκύνιους προκαλώντας ρυτίδες γύρω από τα μάτια..
Τέλος συσπώνται οι πυραμοειδείς μύες της μύτης και αυτοί τραβούν τα φρύδια και το δέρμα του μετώπου ακόμη χαμηλότερα, προκαλώντας μικρές εγκάρσιες ρυτίδες γύρω από τη βάση της μύτης... Σε άλλο σημείο συνεχίζει: ..κάθε φορά που οι μύες γύρω από τα μάτια συσπώνται έντονα και ακούσια προκειμένου να πιέσουν τα αιμοφόρα αγγεία και να προστατεύσουν με αυτόν τον τρόπο τα μάτια, εκκρίνονται δάκρυα, συχνά αρκετά άφθονα ώστε να κυλούν στα μάγουλα.
Αυτό συμβαίνει υπό την επίδραση των πιο αντίθετων συγκινήσεων αλλά και χωρίς την επίδραση καμιάς απολύτως συγκίνησης… Αν και θα πρέπει να θεωρήσουμε το δάκρυσμα ως τυχαίο αποτέλεσμα, τόσο άσκοπο όσο και η έκκριση δακρύων από ένα χτύπημα στο εξωτερικό του ματιού ή όσο ένα φτάρνισμα που προκαλείται από την επίδραση ενός λαμπερού φωτός πάνω στον αμφιβληστροειδή, αυτό ωστόσο δεν μας εμποδίσει να κατανοήσουμε πως η έκκριση δακρύων χρησιμεύει ως ανακούφιση στην οδύνη..
Και όσο πιο έντονο ή υστερικό είναι ένα δάκρυσμα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η ανακούφιση… Η έκχυση δακρύων φαίνεται να έχει την προέλευσή της στη σπασμωδική σύσπαση μέσω αντανακλαστικής πράξης των βλεφάρων, από κοινού ίσως με τη συμφόρηση των βολβών του ματιού με αίμα κατά τη διάρκεια του ουρλιαχτού... Να σημειωθεί ότι το ρήμα “weep” (δακρύζω) έχει την προέλευσή του από το αγγλοσαξωνικό “wop”, η πρωταρχική σημασία του οποίου είναι απλά η «κραυγή» (Hensleigh Wedgwood, Dictionary of English Etymology, 1859).
Οι νευρωνικές οδοί που νευρώνουν τους μύες του άνω προσώπου είναι το Προσωπικό νεύρο (VII κρανιακό), για τους μύες του μετώπου και των κινήσεων φρυδιών και χειλέων, και το οφθαλμοκινητικό νεύρο (III κρανιακό), για τους μύες για την ανόρθωση των βλεφάρων, όπως στην έκπληξη, αλλά και τη διαστολή της κόρης και τις κινήσεις του οφθαλμού. Το υποφλοιώδες κινητικό σύστημα ελέγχει τις αυτόματες κινήσεις του προσώπου που συμβαίνουν ως αντίδραση σε συγκεκριμένα ερεθίσματα.
Το φλοιώδες κινητικό σύστημα, ή αλλιώς το πυραμιδικό κινητικό σύστημα ελέγχει τις εκούσιες, μαθημένες κινήσεις του προσώπου, που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των επιδράσεων της συμπεριφοράς. Υποφλοιώδες και φλοιώδες κινητικό σύστημα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συνεισφέρουν το ένα στο άλλο, σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, με σκοπό την παραγωγή της τελικής έκφρασης του προσώπου.
Πηγή: Ο συναισθηματικός Εγκέφαλος, Ορέστης Γιωτάκος, 2019, Εκδόσεις Παρισιάνου